Выбрать главу

Όρμησε στο πεσμένο σώμα κι άρχισε να το κλοτσάει και να το τσαλαπατάει με λύσσα και πότε πότε έσκυβε για να το καρφώσει ή να το κόψει με το μαχαίρι του. Ικανοποιημένος, τέλος, έριξε πίσω το κεφάλι κι έβγαλε ένα απαίσιο γουργουριστό ουρλιαχτό θριάμβου. Ύστερα έγλειψε το μαχαίρι του και το έβαλε ανάμεσα στα δόντια του και, ξανασηκώνοντας τον μπόγο τράβηξε λοξοπερπατώντας για την πιο κοντινή πόρτα της σκάλας.

Ο Σαμ δεν είχε καιρό να σκεφτεί. Θα μπορούσε να ξεγλιστρήσει από την άλλη πόρτα, όχι όμως απαρατήρητος· και δε θα μπορούσε να παίξει κρυφτό μ’ αυτόν το φοβερό ορκ για πολλή ώρα. Έκανε αυτό που κατά πάσα πιθανότητα ήταν το καλύτερο που θα μπορούσε να είχε κάνει. Με μια κραυγή πετάχτηκε έξω για να αντιμετωπίσει το Σαγκράτ. Δεν κρατούσε πια το Δαχτυλίδι, αλλά αυτό βρισκόταν εκεί, μια κρυμμένη δύναμη, μια απειλή που έκανε να δειλιάζουν οι σκλάβοι της Μόρντορ· και στο χέρι του κρατούσε το Κεντρί και το φως του χτυπούσε στα μάτια τον ορκ σαν τη γυαλάδα ανελέητων αστεριών στις τρομερές ξωτικοχώρες, που, και σαν όνειρο μόνο, έκανε όλους τους όμοιους του να παγώνουν από το φόβο. Και ο Σαγκράτ δεν μπορούσε και να πολεμάει και να κρατάει το θησαυρό του. Σταμάτησε, γρυλίζοντας και δείχνοντας τα σουβλερά του δόντια. Και τότε, γι’ άλλη μία φορά, με τον τρόπο των ορκ, πήδησε στο πλάι, χρησιμοποιώντας το βαρύ μπόγο και σαν ασπίδα και σαν όπλο, τον έσπρωξε με δύναμη στο πρόσωπο του εχθρού του. Ο Σαμ παραπάτησε και, πριν προλάβει να συνέλθει, ο Σαγκράτ τον προσπέρασε κι άρχισε να κατεβαίνει τη σκάλα.

Ο Σαμ έτρεξε πίσω του βρίζοντας, αλλά δεν πήγε μακριά. Γρήγορα του ξανάρθε στο μυαλό ο Φρόντο και θυμήθηκε πως ο άλλος ορκ είχε ξαναπάει στον πυργίσκο. Να κι άλλο ένα τρομερό δίλημμα και δεν είχε καιρό να το ζυγίσει. Αν ο Σαγκράτ ξέφευγε, γρήγορα θα έπαιρνε ενισχύσεις και θα γύριζε πίσω. Αλλά αν ο Σαμ τον καταδίωκε, ο άλλος ορκ μπορεί να έκανε τίποτα φοβερό εκεί πάνω. Και οπωσδήποτε υπήρχε η πιθανότητα να μην τον βρει το Σαγκράτ ή να σκοτώσει εκείνον ο Σαγκράτ. Γύρισε γρήγορα κι άρχισε ν’ ανεβαίνει ξανά τις σκάλες.

— Λάθος πάλι, φαντάζομαι. Αλλά εμένα η δουλειά μου είναι να πάω πάνω πάνω στην κορυφή πρώτα, κι ό,τι βρέξει ας κατεβάσει ύστερα.

Κάτω μακριά ο Σαγκράτ κατέβηκε πηδώντας τις σκάλες, διέσχισε την αυλή και πέρασε την πύλη, μεταφέροντας το πολύτιμο φορτίο του. Αν ο Σαμ μπορούσε να τον έβλεπε και αν ήξερε τη μεγάλη λύπη που θα έφερνε η φυγή του, μπορεί και να είχε χάσει το κουράγιο του. Τώρα όμως ο νους του ήταν προσηλωμένος στην τελευταία φάση της έρευνάς του. Πλησίασε με προσοχή την πόρτα του πυργίσκου και μπήκε μέσα. Βρέθηκε στο σκοτάδι. Αλλά γρήγορα τα τεντωμένα του μάτια διέκριναν ένα αμυδρό φως στα δεξιά του. Προερχόταν από ένα άνοιγμα που οδηγούσε σε μια άλλη σκάλα, στενή και σκοτεινή -έμοιαζε να ανεβαίνει περιστροφικά τον πυργίσκο ακολουθώντας το εσωτερικό της καμπύλης του εξωτερικού τοίχου. Μια δάδα θαμπόφεγγε από κάπου ψηλά.

Αθόρυβα ο Σαμ άρχισε να ανεβαίνει. Έφτασε τη μισοτελειωμένη δάδα που ήταν τοποθετημένη πάνω από μία πόρτα στ’ αριστερά του, που απέναντί της είχε ένα μακρόστενο παράθυρο που έβλεπε δυτικά -ένα από τα κόκκινα μάτια που αυτός κι ο Φρόντο είχαν δει από κάτω από το στόμιο της στοάς. Δίχως να χάνει καιρό ο Σαμ προσπέρασε την πόρτα και συνέχισε ν’ ανεβαίνει στο δεύτερο όροφο, τρέμοντας πως, από στιγμή σε στιγμή, θα του ορμούσαν από πίσω και θα ένιωθε γύρω από το λαιμό του να τον σφίγγουν δάχτυλα. Ύστερα έφτασε σε ένα παράθυρο που έβλεπε ανατολικά κι άλλη μία δάδα πάνω από την πόρτα που έβγαζε σε ένα διάδρομο που διέσχιζε τον πυργίσκο στη μέση. Η πόρτα ήταν ανοιχτή, ο διάδρομος σκοτεινός εκτός από τις αναλαμπές του πυρσού και την άγρια κοκκινίλα που έμπαινε από το μακρόστενο παράθυρο. Εδώ όμως η σκάλα σταματούσε και δεν ανέβαινε άλλο. Ο Σαμ μπήκε με προφύλαξη στο διάδρομο. Δεξιά κι αριστερά είχε από μια χαμηλή πόρτα· και οι δύο όμως ήταν κλειστές και κλειδωμένες. Δεν ακουγόταν ο παραμικρός θόρυβος.

«Αδιέξοδο, μουρμούρισε ο Σαμ, κρίμα τα σκαλιά που ανέβηκα! Δεν μπορεί να ’ναι εδώ η κορφή του πύργου. Αλλά τι μπορώ να κάνω τώρα;»

Έτρεξε πίσω στον κάτω όροφο και δοκίμασε την πόρτα. Ούτε που κουνιόταν. Έτρεξε πάνω πάλι και ιδρώτας άρχισε να τρέχει στο πρόσωπό του. Ένιωθε πως ακόμα και τα λεπτά ήταν πολύτιμα, αλλά ένα ένα ξέφευγαν κι αυτός δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Δεν τον ένοιαζε πια ούτε για το Σαγκράτ ούτε για το Σνάγκα ούτε και για τον οποιονδήποτε ορκ που είχε ποτέ ξεράσει η γη. Ήθελε μονάχα τον κύριό του, να δει το πρόσωπο του ή να πιάσει μια φορά το χέρι του.

Τέλος, κατάκοπος και νιώθοντας τελικά νικημένος, κάθισε σε ένα σκαλοπάτι χαμηλότερα από το δάπεδο του διαδρόμου κι έβαλε το κεφάλι ανάμεσα στα χέρια του. Όλα ήταν ήσυχα, τρομερά ήσυχα. Η δάδα, που πλησίαζε να τελειώσει, όταν είχε φτάσει, τσίριξε κι έσβησε· κι αυτός ένιωσε το σκοτάδι να τον τυλίγει σαν παλίρροια. Και τότε σιγανά, κατάπληκτος, εκεί στο μάταιο τέλος του μεγάλου του ταξιδιού και του πόνου του, χωρίς να μπορεί να πει ποια σκέψη τον έσπρωξε να το κάνει, ο Σαμ άρχισε να τραγουδάει.