“Άκουσα ότι δεν είσαι καλά”, είπε ο Ραντ. Μπήκε και κάθισε στο διπλανό κρεβάτι. “Ήθελα να μιλήσω. Αν...” Κατάλαβε ότι δεν ήξερε πώς θίξει το ζήτημα. “Αν είσαι άρρωστος”, είπε και μισοσηκώθηκε, “ίσως είναι καλύτερα να κοιμηθείς. Μπορώ να φύγω”.
“Δεν ξέρω αν θα ξανακοιμηθώ ποτέ”, είπε ο Πέριν αναστενάζοντας. “Αν θες να μάθεις, είδα ένα άσχημο όνειρο και ύστερα δεν μ’ έπιανε ο ύπνος. Ο Ματ θα στα πει με το νι και με το σίγμα. Γέλασε το πρωί, όταν του είπα ότι ήμουν κουρασμένος και δεν θα έβγαινα μαζί του, αλλά κι αυτός είδε όνειρα. Σχεδόν όλη νύχτα τον άκουγα που στριφογυρνούσε στο κρεβάτι και μουρμούριζε, μη μου πεις λοιπόν ότι κοιμήθηκε μια χαρά”. Έκρυψε τα μάτια με τους ογκώδεις πήχεις του. “Φως μου, είμαι τόσο κουρασμένος. Ισως, αν ξαπλώσω εδώ κανά-δυο ώρες, να μπορέσω μετά να σηκωθώ. Ο Ματ θα με δουλεύει μια ζωή, αν χάσω το Μπάερλον επειδή είδα ένα όνειρο”.
Ο Ραντ ξανακάθισε αργά στο κρεβάτι. Έγλειψε τα χείλη, ύστερα είπε γοργά, “Κάποιος σκότωσε έναν ποντικό;”
Ο Πέριν χαμήλωσε τα χέρια και τον κοίταξε. “Κι εσύ;” είπε τελικά. Όταν ο Ραντ ένευσε, του είπε, “Μακάρι να ήμουν στο χωριό. Μου είπε... είπε... Τι θα κάνουμε; Το είπες στη Μουαραίν;”
“Όχι. Ακόμα. Μπορεί να μην το πω. Δεν ξέρω. Εσύ;”
“Εκείνος είπε... Μα το αίμα και τις στάχτες, Ραντ, δεν ξέρω”. Ο Πέριν μισοσηκώθηκε απότομα με στήριγμα τον αγκώνα του. “Αες να είδε το ίδιο όνειρο και ο Ματ; Γέλασε, αλλά το γέλιο δεν φαινόταν αληθινό και πήρε μια παράξενη έκφραση, όταν του είπα ότι ένα όνειρο δεν με άφηνε να κοιμηθώ”.
“Μπορεί και να είδε”, είπε ο Ραντ, Ένιωθε τύψεις, επειδή τον είχε ανακουφίσει το ότι δεν ήταν ο μόνος. “Θα ζητούσα τη συμβουλή του Θομ. Έχει δει πολλά σ’ αυτόν τον κόσμο. Δεν... δεν πιστεύω να νομίζεις ότι πρέπει να το πούμε στη Μουαραίν, ε;”
Ο Πέριν έπεσε πάλι στο μαξιλάρι. “Έχεις ακούσει τις ιστορίες για τις Άες Σεντάι. Νομίζεις ότι μπορούμε να εμπιστευθούμε τον Θομ; Αν υπάρχει κάποιος που να μπορούμε να τον εμπιστευθούμε. Ραντ, αν βγούμε ζωντανοί απ’ όλα αυτά, αν γυρίσουμε ποτέ σπίτι κι αν μ’ ακούσεις ποτέ να λέω ότι θα φύγω από το Πεδίο του Έμοντ, έστω και για να πάω στο Λόφο της Βίγλας, να με κλωτσήσεις. Εντάξει;”
“Δεν είναι κουβέντες αυτές”, είπε ο Ραντ. Φόρεσε ένα χαμόγελο στα χείλη του, όσο πιο κεφάτο μπορούσε. “Φυσικά και θα γυρίσουμε σπίτι. Έλα, σήκω. Είμαστε σε πόλη και έχουμε μια ολόκληρη μέρα να τη δούμε. Πού είναι τα ρούχα σου;”
“Πήγαινε εσύ. Εγώ μόνο θέλω να ξαπλώσω λίγο”. Ο Πέριν ξανάκρυψε τα μάτια του. “Φύγε. Θα σε βρω σε κανά-δυο ώρες”.
“Δικό σου το χάσιμο”, είπε ο Ραντ καθώς σηκωνόταν. “Σκέψου τι θα χάσεις”. Κοντοστάθηκε στην πόρτα. “Το Μπάερλον. Πόσες φορές λέγαμε να δούμε κάποια μέρα το Μπάερλον;” Ο Πέριν έμεινε ξαπλωμένος με τα μάτια καλυμμένα και δεν είπε λέξη. Μετά από λίγο ο Ραντ βγήκε έξω και έκλεισε πίσω του την πόρτα.
Βγαίνοντας στον διάδρομο έγειρε στον τοίχο και το χαμόγελό του ξεθώριασε. Το κεφάλι του ακόμα τον πονούσε· ήταν χειρότερα, αντί για καλύτερα. Ούτε κι αυτός είχε πολύ κέφι για το Μπάερλον, τουλάχιστον τώρα. Δεν είχε κέφι για τίποτα.
Μια καμαριέρα τον πλησίασε με τα χέρια γεμάτα σεντόνια και τον κοίταξε ανήσυχη. Πριν του μιλήσει, ο Ραντ προχώρησε πιο πέρα και φόρεσε το μανδύα του. Ο Θομ θα έκανε ώρες να τελειώσει από την κοινή αίθουσα. Δεν θα άλλαζε τίποτα, αν ο Ραντ, στο μεταξύ, έβλεπε ό,τι μπορούσε. Ίσως να έβρισκε τον Ματ, για να τον ρωτήσει αν ο Μπα’άλζαμον ήταν και στα δικά του όνειρα. Κατέβηκε τα σκαλιά, πιο αργά αυτή τη φορά, τρίβοντας τον κρόταφό του.
Τα σκαλιά κατέληγαν κοντά στην κουζίνα, έτσι πήρε εκείνο το δρόμο, χαιρέτησε τη Σάρα κάνοντας νόημα, αλλά βιάστηκε να συνεχίσει, όταν είδε ότι η μαγείρισσα ήταν έτοιμη να συνεχίσει τη συζήτηση από το σημείο που είχε σταματήσει πριν. Στην αυλή του στάβλου υπήρχε μόνο ο Ματς, που στεκόταν πλάι στην πόρτα του στάβλου και ένας σταβλίτης, που κουβαλούσε ένα σακί στον ώμο και το πήγαινε στο στάβλο. Ο Ραντ έκανε νόημα και στον Ματς, αλλά εκείνος του έριξε ένα απαίσιο βλέμμα και μπήκε μέσα. Ευχήθηκε οι υπόλοιποι κάτοικοι της πόλης να έμοιαζαν πιο πολύ με ι η Σάρα παρά με τον Ματς. Έτοιμος να δει πώς ήταν μια πόλη, τάχυνε το βήμα.
Στις ανοιχτές πύλες του στάβλου σταμάτησε και στάθηκε κοιτάζοντας. Οι δρόμοι ήταν γεμάτοι ανθρώπους, που στριμώχνονταν σαν πρόβατα στο μαντρί, κουκουλωμένοι με μανδύες και παλτά, φορώντας τα καπέλα χαμηλά για να προφυλαχτούν από το κρύο. Διασταυρώνονταν, πλέκοντας τα μονοπάτια τους με γοργό βήμα, σαν να τους παράσερνε ο άνεμος που σφύριζε στις στέγες και περνούσαν ο ένας δίπλα από τον άλλον δίχως λέξη, δίχως ματιά. Όλοι ξένοι, σκέφτηκε ο Ραντ. Κανένας δεν ξέρει τον άλλον.