Выбрать главу

Και οι μυρωδιές, επίσης, ήταν παράξενες, δριμείες και ξινές και γλυκιές, ανάκατες σε ένα σύμφυρμα που τον έκανε να τρίψει τη μύτη του. Ακόμα και στο αποκορύφωμα της Γιορτής, δεν είχε δει ποτέ τόσους ανθρώπους τον έναν πάνω στον άλλο. Ούτε τους μισούς απ’ αυτούς. Και αυτός δεν ήταν παρά ένας μόνο δρόμος. Ο αφέντης Φιτς και η μαγείρισσα είχαν πει πως όλη η πόλη ήταν γεμάτη. Όλη η πόλη... έτσι;

Οπισθοχώρησε αργά από την πύλη, μακριά από το δρόμο που ξεχείλιζε κόσμο. Πραγματικά, δεν ήταν σωστό να φύγει και να αφήσει τον Πέριν μόνο του στο κρεβάτι. Κι αν ο Θομ τελείωνε τις ιστορίες του όσο ο Ραντ έλειπε στην πόλη; Ο Βάρδος ίσως έβγαινε μόνος του και ο Ραντ ήθελε να μιλήσει σε κάποιον. Πολύ καλύτερα θα ήταν αν περίμενε λιγουλάκι. Ανάσανε ανακουφισμένος, όταν έστριψε την πλάτη στο μελίσσι του δρόμου.

Εξαιτίας του πονοκεφάλου του, όμως, δεν του πολυάρεσε η ιδέα ότι θα ξαναπήγαινε στο πανδοχείο. Κάθισε σε ένα βαρέλι, που το είχαν στήσει όρθιο στον τοίχο του πανδοχείου και έλπισε ότι ο κρύος αέρας θα έκανε καλό στο κεφάλι του.

Ο Ματς ερχόταν που και που στην πόρτα για να τον κοιτάξει και ο Ραντ ένιωθε το αποδοκιμαστικό βλέμμα του τύπου, ακόμα και από τόση απόσταση. Αραγε, αυτός ο άνθρωπος αντιπαθούσε μόνο τους χωρικούς; Ή μήπως ένιωθε ντροπή, που ο Φιτς τους είχε καλωσορίσει την προηγούμενη νύχτα, ενώ αυτός ήθελε να τους διώξει, επειδή είχαν έρθει από την πίσω είσοδο; Μπορεί να είναι Σκοτεινόφιλος, σκέφτηκε, νομίζοντας πως θα γελούσε πνιχτά μ’ αυτή την ιδέα, αλλά δεν του φάνηκε αστεία. Δεν είχαν μείνει πολλά που να φαίνονται αστεία.

“Ένας βοσκός που έχει σπαθί με το σήμα του ερωδιού”, είπε μια χαμηλή γυναικεία φωνή. “Μετά απ’ αυτό, ό,τι και να ακούσω θα το πιστέψω. Πού έμπλεξες, χωριατάκι;”

Ο Ραντ, ξαφνιασμένος, τινάχτηκε όρθιος. Ήταν η κοπέλα με τα κοντοκομμένα μαλλιά, που είχε δει μαζί με τη Μουαραίν όταν είχε βγει από το μπάνιο και ήταν ακόμα ντυμένη με αγορίστικο παλτό και παντελόνι. Σκέφτηκε, βλέποντας την, πως ήταν μερικά μόνο χρόνια μεγαλύτερη του, με μαύρα μάτια, ακόμα πιο μεγάλα από της Εγκουέν και ασυνήθιστα έντονο βλέμμα.

“Εσύ δεν είσαι ο Ραντ;” συνέχισε. “Το όνομά μου είναι Μιν”.

“Δεν έμπλεξα”, της είπε. Δεν ήξερε τι της είχε πει η Μουαραίν, αλλά θυμόταν τον Λαν, που τους είχε προτρέψει να μην τραβήξουν την προσοχή. “Γιατί νομίζεις ότι έμπλεξα; Οι Δύο Ποταμοί είναι ήσυχο μέρος κι εμείς είμαστε ήσυχοι άνθρωποι. Δεν είναι μέρος για φασαρίες, εκτός αν έχουν να κάνουν με τα σπαρτά, ή τα πρόβατα”.

“Ήσυχοι;” είπε η Μιν μ’ ένα αμυδρό χαμόγελο. “Άκουσα ανθρώπους να μιλούν για σας από τους Δύο Ποταμούς. Άκουσα να λένε αστεία για τους βοσκούς, που είναι ζωντόβολα, λένε, κι έπειτα άκουσα ανθρώπους που στ’ αλήθεια έχουν περάσει από τα χωριά”.

“Ζωντόβολα;” είπε ο Ραντ, σμίγοντας τα φρύδια. “Τι αστεία;”

“Όσοι ξέρουν”, συνέχισε εκείνη, σαν να μην της είχε μιλήσει, “λένε ότι πάτε κι έρχεστε όλο χαμόγελα κι ευγένεια, ταπεινοί και μαλακοί σαν βούτυρο. Στην επιφάνεια. Από κάτω, λένε, είστε σκληροί, σαν γέρικες ρίζες βαλανιδιάς. Αν σκαλίσεις πολύ, λένε, θα βρεις βράχο. Αλλά ο βράχος δεν είναι βαθιά θαμμένος σε σένα, ούτε στους φίλους σου. Σαν να πέρασε θύελλα και έξυσε τα επιφανειακά στρώματα. Η Μουαραίν δεν μου είπε τα πάντα, αλλά εγώ ξέρω τι βλέπω”.

Γέρικες ρίζες βαλανιδιάς; Βράχος; Δεν ήταν κάτι που θα έλεγαν οι έμποροι, ή οι άνθρωποι τους. Τα τελευταία λόγια της, όμως, τον έκαναν να αναπηδήσει.

Κοίταξε γύρω του γοργά· ο στάβλος ήταν άδειος και τα πιο κοντινά παράθυρα ήταν κλειστά. “Δεν ξέρω κανέναν που να ονομάζεται — πώς το είπες;”

“Κυρά Άλυς, τότε, αν το προτιμάς”, είπε η Μιν με εύθυμη έκφραση, που έκανε τα μάγουλά του να κοκκινίσουν. “Δεν είναι κανείς κοντά που να ακούει”

“Τι σε κάνει να πιστεύεις ότι η κυρά Άλυς έχει κι άλλο όνομα;”

“Επειδή μου το είπε”, απάντησε η Μιν, τόσο υπομονετικά που ο Ραντ κοκκίνισε ξανά. “Όχι ότι μπορούσε να κάνει κι αλλιώς, θα έλεγα. Είδα ότι ήταν... διαφορετική... μόλις την αντίκρισα. Όταν σταμάτησε εδώ την άλλη φορά, στο δρόμο της για τα χωριά. Ήξερε για μένα. Έχω μιλήσει και με... άλλα άτομα σαν αυτήν”.

“Είδες;” είπε ο Ραντ.

“Ε, δεν φαντάζομαι να τρέξεις να το προφτάσεις στα Τέκνα. Ειδικά με τέτοια παρέα που ταξιδεύεις. Οι Λευκομανδίτες βλέπουν με μισό μάτι κι αυτά που κάνω εγώ κι αυτά που κάνει εκείνη”.

“Δεν καταλαβαίνω”.

“Λέει ότι βλέπω μέρη του Σχήματος”. Η Μιν άφησε ένα γελάκι και κούνησε το κεφάλι. “Εμένα αυτό μου ακούγεται πολύ βαρύ. Απλώς βλέπω πράγματα όταν κοιτάζω τους ανθρώπους και μερικές φορές ξέρω τι εννοούν. Κοιτάζω έναν άντρα και μια γυναίκα, που δεν γνωρίζονται καν, και καταλαβαίνω ότι θα παντρευτούν. Και παντρεύονται. Τέτοια πράγματα. Ήθελε να σας δω. Όλους μαζί”.