“Ο Μόρντεθ ήταν ο μόνος που δεν καταβροχθίσθηκε από το Μασάνταρ, παγιδεύτηκε όμως και περιμένει κι αυτός μέσα σ’ αυτά τα τείχη ατέλειωτους αιώνες. Τον έχουν δει κι άλλοι. Μερικούς τους επηρέασε με δώρα που στρεβλώνουν το νου και μιαίνουν το πνεύμα και το μίασμα πότε δυναμώνει και πότε εξασθενεί μέσα τους, ώσπου στο τέλος τους κυβερνά... ή τους σκοτώνει. Αν πείσει ποτέ κάποιον να τον συνοδεύσει στα τείχη, στα σύνορα της εξουσίας του Μασάνταρ, θα μπορέσει να καταβροχθίσει την ψυχή αυτού του ανθρώπου. Ο Μόρντεθ θα φύγει, φορώντας το σώμα εκείνου που αντάμωσε μοίρα χειρότερη από θάνατο, για να εξαπολύσει πάλι το κακό στον κόσμο”.
“Ο θησαυρός”, μουρμούρισε ο Πέριν, όταν η Μουαραίν σταμάτησε να μιλά. “Ήθελε να τον βοηθήσουμε να κουβαλήσει το θησαυρό στα άλογά του”. Φαινόταν καταβεβλημένος. “Πάω στοίχημα ότι, δήθεν, θα ήταν κάπου έξω από την πόλη”. Ο Ραντ ανατρίχιασε.
“Μα είμαστε ασφαλείς τώρα, ε;” ρώτησε ο Ματ. “Δεν μας έδωσε τίποτα και δεν μας άγγιξε. Δεν είμαστε ασφαλείς με τα φυλαχτά που έστησες;”
“Είμαστε ασφαλείς”, συμφώνησε η Μουαραίν. “Δεν μπορεί να περάσει τις γραμμές των φυλαχτών, ούτε αυτός, ούτε άλλος κάτοικος αυτού του μέρους. Και πρέπει να κρύβονται από το φως, έτσι, όταν ξημερώσει, θα μπορούμε να φύγουμε με ασφάλεια. Τώρα, προσπαθήστε να κοιμηθείτε. Τα φυλαχτά θα μας προστατεύσουν, μέχρι να γυρίσει ο Λαν”.
“Λείπει πολλή ώρα”. Η Νυνάβε κοίταξε ανήσυχα το νυχτερινό ουρανό. Είχε πέσει η νύχτα, ήταν πίσσα σκοτάδι.
“Ο Λαν θα είναι μια χαρά”, είπε παρηγορητικά η Μουαραίν, απλώνοντας τις κουβέρτες της δίπλα στη φωτιά ενώ μιλούσε. “Πριν βγει από την κούνια του τον έταξαν στον πόλεμο κατά του Σκοτεινού κι έβαλαν ένα σπαθί στα μωρουδίστικα χέρια του. Εκτός αυτού, θα ήξερα τη στιγμή και τον τρόπο του θανάτου του, όπως αυτός θα ήξερε το δικό μου. Αναπαύσου, Νυνάβε. Όλα θα πάνε καλά”. Όμως, εκεί που χωνόταν στις κουβέρτες κοντοστάθηκε και κοίταξε το δρόμο, σαν να ήθελε κι αυτή επίσης να ήξερε γιατί αργούσε ο Πρόμαχος.
Ο Ραντ ένιωθε τα χέρια και τα πόδια του βαριά σαν σίδερο και τα μάτια του ήθελαν να κλείσουν από μόνα τους, αλλά ο ύπνος δεν ερχόταν εύκολα και, όταν κοιμήθηκε, άρχισε να βλέπει όνειρα, μουρμουρίζοντας και πετώντας τις κουβέρτες του. Όταν ξύπνησε, ξύπνησε ξαφνικά και κοίταξε γύρω του για λίγο, πριν καταλάβει πού ήταν.
Το φεγγάρι είχε σηκωθεί, όμοιο με λεπτό πελεκούδι πριν τη νέα σελήνη και το αμυδρό φως του χανόταν στη νύχτα. Οι άλλοι κοιμούνταν ακόμα, όμως όχι όλοι γαλήνια. Η Εγκουέν και οι δύο φίλοι του στριφογυρνούσαν και μουρμούριζαν αχνά. Το ροχαλητό του Θομ, απαλό αυτή τη φορά, διακοπτόταν από μισοσχηματισμένες λέξεις. Ακόμα δεν φαινόταν ίχνος του Λαν.
Ξαφνικά ένιωσε ότι τα φυλαχτά δεν πρόσφεραν καμία προστασία. Κανείς δεν ήξερε τι μπορεί να υπήρχε εκεί στο σκοτάδι Σκέφτηκε πως αυτά ήταν ανοησίες και έβαλε κι άλλα ξύλα στα κάρβουνα που είχαν μείνει αναμένα. Η φωτιά ήταν αδύναμη και δεν ζέσταινε, αλλά, τουλάχιστον, είχε περισσότερο φως.
Δεν είχε ιδέα τι τον είχε ξυπνήσει από το δυσάρεστο όνειρό του. Στο όνειρο ήταν πάλι μικρό παιδί, κουβαλούσε το σπαθί του Ταμ με μια κούνια δεμένη στην πλάτη του και έτρεχε στους άδειους δρόμους, καταδιωκόμενος από τον Μόρντεθ, που φώναζε ότι μόνο το χέρι του ήθελε. Ήταν κι ένας γέρος, που όλη αυτή την ώρα τους έβλεπε και γελούσε κακαριστά, σαν τρελός.
Μάζεψε τις κουβέρτες του και ξάπλωσε, κοιτάζοντας το ταβάνι. Ήθελε πολύ να κοιμηθεί, ακόμα κι αν ήταν να δει κι άλλα όνειρα σαν το τελευταίο, αλλά δεν μπορούσε να κλείσει τα μάτια του.
Ξαφνικά, μέσα από το σκοτάδι, ο Πρόμαχος μπήκε στην αίθουσα, τρέχοντας σιωπηλά. Η Μουαραίν ξύπνησε και ανακάθισε, σαν να είχε χτυπήσει καμπανάκι. Ο Λαν άνοιξε τη χούφτα του· τρία μικρά αντικείμενα έπεσαν στις πλάκες μπροστά της με σιδερένια κλαγγή. Τρία σήματα κόκκινα σαν το αίμα, με μορφή κερασφόρων κρανίων.
“Υπάρχουν Τρόλοκ μέσα στα τείχη”, είπε ο Λαν. “Σε λιγότερο από μια ώρα θα βρίσκονται εδώ. Και οι Ντα-βολ είναι οι χειρότεροι από δαύτους”. Αρχισε να ξυπνά τους άλλους.
Η Μουαραίν άρχισε ήρεμα να διπλώνει τις κουβέρτες της. “Πόσοι; Ξέρουν ότι είμαστε εδώ;” Δεν έδειχνε να βιάζεται καθόλου.
“Νομίζω πως δεν το ξέρουν”, απάντησε ο Λαν. “Είναι πάνω από εκατό, φοβούνται τόσο, που είναι έτοιμοι να σκοτώσουν ό,τι κινείται, ακόμα και ο ένας τον άλλον. Τους πιέζουν οι Ημιάνθρωποι — είναι τέσσερις, για να κουμαντάρουν μια μόνο γροθιά. Αλλά, ακόμα και οι Μυρντράαλ φαίνεται πως το μόνο που θέλουν είναι να περάσουν από την πόλη και να ξαναβγούν, όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Ψευτοψάχνουν και κάνουν τόσο πρόχειρη δουλειά που, αν δεν έρχονταν κατευθείαν προς τα πάνω μας, θα έλεγα ότι δεν έχουμε τίποτα να φοβηθούμε”. Κοντοστάθηκε.