“Υπάρχει και κάτι άλλο;”
“Μόνο αυτό”, είπε ο Λαν αργά. “Οι Τρόλοκ μπήκαν στην πόλη επειδή τους ανάγκασαν οι Μυρντράαλ. Τι ανάγκασε τους Μυρντράαλ;”
Όλοι τον άκουγαν σιωπηλοί. Μετά ο Θομ βλαστήμησε μέσα από τα δόντια του και η Εγκουέν έκανε μια ερώτηση με χαμηλή φωνή. “Ο Σκοτεινός;”
“Μην είσαι χαζή, κοπέλα μου”, είπε απότομα η Νυνάβε. “Ο Δημιουργός έχει αιχμαλωτίσει τον Σκοτεινό στο Σάγιολ Γκουλ”.
“Προς το παρόν, τουλάχιστον”, συμφώνησε η Μουαραίν. “Όχι, ο Πατέρας του Ψεύδους δεν είναι εκεί έξω, αλλά, ούτως ή άλλως, εμείς πρέπει να φύγουμε”.
Η Νυνάβε την κοίταξε στενεύοντας τα μάτια. “Να αφήσουμε την προστασία των φυλαχτών και να διασχίσουμε τη Σαντάρ Λογκόθ μέσα στη νύχτα”.
“Ή να μείνουμε εδώ και να αντιμετωπίσουμε τους Τρόλοκ”, είπε η Μουαραίν. “Για να τα βγάλουμε πέρα μ’ αυτούς, θα χρειαστεί η Μία Δύναμη. Αυτό θα κατέστρεφε τα φυλαχτά και θα προσέλκυε ακριβώς το πράγμα από το οποίο προστατεύουν τα φυλαχτά. Επίσης, θα ήταν σαν να ανάβαμε φωτιά για σινιάλα στην κορυφή ενός απ’ αυτούς τους πύργους για να τη δουν όλοι οι Ημιάνθρωποι, που είναι ως είκοσι μίλια κοντά. Προσωπικά δεν θα επέλεγα να φύγουμε, αλλά είμαστε ο λαγός και το κυνήγι το ορίζουν τα λαγωνικά”.
“Κι αν υπάρχουν κι άλλοι έξω από τα τείχη;” ρώτησε ο Ματ. “Τι θα κάνουμε;”
“Θα χρησιμοποιήσουμε το αρχικό μου σχέδιο”, είπε η Μουαραίν. Ο Λαν την κοίταξε. Εκείνη σήκωσε το χέρι και πρόσθεσε, “Το οποίο δεν μπορούσα να ακολουθήσω πριν, επειδή ήμουν εξαντλημένη. Αλλά τώρα αναπαύθηκα, χάρη στη Σοφία. Θα πάμε προς το ποτάμι. Εκεί, με το νερό να προστατεύει τα νώτα μας, μπορώ να εγείρω ένα μικρότερο φυλαχτό που θα απωθήσει τους Τρόλοκ και τους Ημιάνθρωπους, μέχρι να κάνουμε σχεδίες και να περάσουμε απέναντι. Ή, ακόμα καλύτερα, ίσως καταφέρουμε να ανέβουμε στο πλοίο κάποιου από τους έμπορους που έρχονται από τη Σαλδαία”.
Ο Λαν πρόσεξε ότι τα πρόσωπα όσων ήταν από το Πεδίο του Έμοντ έμειναν ανέκφραστα.
“Οι Τρόλοκ και οι Μυρντράαλ απεχθάνονται τα βαθιά νερά. Οι Τρόλοκ τα τρέμουν. Ούτε οι μεν, ούτε οι δε μπορούν να κολυμπήσουν. Οι Ημιάνθρωποι δεν μπαίνουν σε νερό, αν ξεπερνά τη μέση τους, ειδικά όταν είναι νερά που κυλούν. Οι Τρόλοκ δεν το κάνουν ούτε αυτό, αν μπορούν να το αποφύγουν”.
“Αρα, από τη στιγμή που θα περάσουμε το ποτάμι είμαστε ασφαλείς”, είπε ο Ραντ και ο Πρόμαχος ένευσε.
“Οι Τρόλοκ δύσκολα μπήκαν στη Σαντάρ Λογκόθ και εξίσου δύσκολα θα αναγκαστούν να φτιάξουν σχεδίες. Αν οι Μυρντράαλ τους βάλουν να διασχίσουν τον Αρινέλε μ’ αυτό τον τρόπο, οι μισοί Τρόλοκ θα το σκάσουν και οι άλλοι μισοί θα πνιγούν”.
“Ανεβείτε στα άλογα”, είπε η Μουαραίν. “Ακόμα δεν περάσαμε το ποτάμι”.
20
Σκόνη στον Άνεμο
Όταν βγήκαν από το κτίριο από λευκή πέτρα πάνω στα νευρικά άλογά τους, ο παγωμένος αέρας τους χτυπούσε κατά ριπές, βογκούσε στις στέγες, έκανε τους μανδύες να ανεμίζουν σαν λάβαρα, έσπρωχνε αραιά σύννεφα στο πελεκούδι του φεγγαριού. Ο Λαν τους διέταξε χαμηλόφωνα να μείνουν κοντά του και τους οδήγησε στο δρόμο. Τα άλογα χόρευαν και τραβούσαν τα χαλινάρια, ανυπομονώντας να βρεθούν αλλού.
Ο Ραντ σήκωσε επιφυλακτικά το βλέμμα στα κτίρια που περνούσαν, τα οποία τώρα ορθώνονταν στη νύχτα, με τα άδεια παράθυρά τους σαν κόγχες ματιών. Σκιές έμοιαζαν να σαλεύουν. Μερικές φορές ακουγόταν πάταγοι — χαλάσματα που τα έριχνε ο άνεμος. Τουλάχιστον τα μάτια έφυγαν. Η ανακούφιση που ένιωσε ήταν στιγμιαία. Γιατί έφυγαν;
Ο Θομ και οι χωρικοί είχαν πλησιάσει ο ένας τον άλλο, τόσο κοντά που ακουμπούσαν. Η Εγκουέν είχε καμπουριάσει τους ώμους, σαν να προσπαθούσε να ελαφρύνει το βήμα της Μπέλας. Ο Ραντ δεν ήθελε ούτε να ανασαίνει. Ο ήχος ίσως προσέλκυε την προσοχή.
Ξαφνικά, συνειδητοποίησε ότι μπροστά τους είχε ανοίξει ένα κενό, χωρίζοντάς τους από τον Πρόμαχο και την Άες Σεντάι. Έμοιαζαν με ασαφείς μορφές, τριάντα τουλάχιστον βήματα πιο μπροστά.
“Καθυστερούμε”, μουρμούρισε και κλώτσησε τον Κλάουντ για να ταχύνει το βήμα. Ένα λεπτό πλοκάμι από ασημόγκριζα ομίχλη έπλεε αργά μπροστά τους, κάθετα στο δρόμο.
“Σταματήστε!” Μια πνιγμένη κραυγή από τη Μουαραίν, κοφτή και βιαστική, αρθρωμένη με τρόπο ώστε να μην ακουστεί μακριά.
Ο Ραντ, χωρίς να καταλαβαίνει, σταμάτησε. Το απομεινάρι της ομίχλης τώρα είχε κόψει όλο το δρόμο και διογκωνόταν αργά, σαν να ανάβλυζε συνεχώς από τα κτίρια στις δύο πλευρές του δρόμου. Τώρα ήταν χοντρό, σαν ανθρώπινο μπράτσο. Ο Κλάουντ κλαψούρισε και προσπάθησε να κάνει πίσω, καθώς τον πλησίαζαν η Εγκουέν και ο Θομ. Και τα δικά τους άλογα τίναξαν τα κεφάλια και αντιστάθηκαν στα χαλινάρια, για να μην πλησιάσουν την ομίχλη.