Выбрать главу

Ο Λαν και η Μουαραίν πλησίασαν αργά την ομίχλη, που είχε διάμετρο ανθρώπινου ποδιού και σταμάτησαν στην απέναντι πλευρά, κρατώντας απόσταση. Η Άες Σεντάι κοίταξε εξεταστικά το κλαρί της ομίχλης που τους χώριζε. Ο Ραντ σήκωσε τους ώμους, νιώθοντας ένα ρίγος φόβου στη ράχη του. Ένα αμυδρό φως συντρόφευε την ομίχλη και δυνάμωνε, καθώς το ομιχλώδες πλοκάμι χόντραινε, αλλά, ακόμα, ήταν ελάχιστα πιο δυνατό από το φεγγαρόφωτο. Τα άλογα σάλεψαν ταραγμένα, ακόμα και η Αλντίμπ και ο Μαντάρμπ.

“Τι είναι;” ρώτησε η Νυνάβε.

“Το κακό της Σαντάρ Λογκόθ”, απάντησε η Μουαραίν. “Το Μασάνταρ. Τυφλό, άνοο, κινείται στην πόλη άσκοπα, σαν σκουλήκι που τρυπώνει στη γη. Αν σε αγγίξει, πέθανες”. Ο Ραντ και οι άλλοι άφησαν τα άλογά τους να κάνουν μερικά νευρικά βήματα προς τα πίσω, αλλά όχι πολύ μακριά. Αν και ο Ραντ θα έδινε πολλά για να γλιτώσει από τη Μουαραίν, η Άες Σεντάι του ήταν ασφαλής και οικεία σε σύγκριση μ’ αυτό που τους περιτριγύριζε.

“Τότε πώς θα σας πλησιάσουμε;” είπε η Εγκουέν. “Μπορείς να το σκοτώσεις... να ανοίξεις δρόμο;”

Το γέλιο της Μουαραίν ήταν πικρό και σύντομο. “Το Μασάνταρ είναι τεράστιο, κοπέλα μου, τεράστιο όσο η ίδια η Σαντάρ Λογκόθ. Ολόκληρος ο Λευκός Πύργος δεν θα μπορούσε να το σκοτώσει. Για να το τραυματίσω, τόσο που να σας αφήσει να περάσετε, θα χρειαζόταν να αντλήσω τόσο πολύ από τη Μία Δύναμη, που θα ήταν σαν κάλεσμα σάλπιγγας για τους Ημιάνθρωπους. Και το Μασάνταρ θα χιμούσε για να γιατρέψει την όποια ζημιά κατάφερνα να κάνω, θα χιμούσε και ίσως να μας έπιανε στο δίχτυ του”.

Ο Ραντ αντάλλαξε μια ματιά με την Εγκουέν και μετά έκανε την ερώτηση που είχε ρωτήσει κι εκείνη. Η Μουαραίν αναστέναξε πριν απαντήσει.

“Δεν μου αρέσει, μα πρέπει να γίνει αυτό που πρέπει να γίνει. Αυτό το πράγμα δεν θα είναι παντού πάνω από το έδαφος. Θα υπάρχουν άλλοι δρόμοι καθαροί. Βλέπετε εκείνο το άστρο;” Έτριψε στη σέλα της για να δείξει ένα κόκκινο άστρο που ήταν χαμηλά στον ανατολικό ουρανό. “Να προχωρείτε προς εκείνο το άστρο και θα σας βγάλει στο ποτάμι. Ό,τι και να γίνει, συνεχίστε να πηγαίνετε προς το ποτάμι. Πηγαίνετε όσο πιο γρήγορα μπορείτε, αλλά, κυρίως, μην κάνετε θόρυβο. Μην ξεχνάτε ότι υπάρχουν και οι Τρόλοκ. Και τέσσερις Ημιάνθρωποι”.

“Μα, πώς θα σας ξαναβρούμε;” διαμαρτυρήθηκε η Εγκουέν.

“Θα σας βρω εγώ”, είπε η Μουαραίν. “Σας διαβεβαιώ, μπορώ να σας βρω. Φύγετε τώρα. Αυτό το πράγμα δεν έχει νου, αλλά νιώθει την τροφή του”. Και πραγματικά, ασημόγκριζα κορδόνια είχαν αρχίσει να υψώνονται από τον κύριο κορμό. Αιωρούνταν, τρεμουλιάζοντας, σαν πλοκάμια εκατόχερου στον πυθμένα μιας λιμνούλας του Νερόδασους.

Όταν ο Ραντ σήκωσε το βλέμμα από το χοντρό κορμό της αδιαφανούς αχλής, ο Πρόμαχος και η Άες Σεντάι είχαν χαθεί. Έγλειψε τα χείλη και κοίταξε τους συντρόφους του στα μάτια. Ήταν κι αυτοί εξίσου νευρικοί. Και κάτι χειρότερο: έμοιαζαν να περιμένουν να κουνηθεί πρώτα κάποιος άλλος. Η νύχτα και τα ερείπια τους περικύκλωναν. Πιο πέρα, κάπου εκεί, υπήρχαν Ξέθωροι και Τρόλοκ, ίσως στην επόμενη γωνία. Τα πλοκάμια της ομίχλης πλησίασαν, έχοντας καλύψει τη μισή απόσταση και δεν τρεμούλιαζαν πια. Είχαν διαλέξει τη λεία που ήθελαν. Ξαφνικά ένιωσε να του λείπει πολύ η Μουαραίν.

Όλοι στέκονταν και κοίταζαν και αναρωτιόνταν προς τα πού έπρεπε να πάνε. Έστριψε τον Κλάουντ και το γκρίζο άλογο άρχισε τον τροχασμό, τραβώντας τα χαλινάρια για να πάει πιο γρήγορα. Σαν να είχε γίνει αρχηγός τους, επειδή είχε ξεκινήσει πρώτος, οι άλλοι τον ακολούθησαν.

Τώρα, που η Μουαραίν είχε φύγει, δεν είχαν κανέναν να τους βοηθήσει σε περίπτωση που εμφανιζόταν ο Μόρντεθ. Και οι Τρόλοκ. Και... Ο Ραντ έβαλε τα δυνατά του για να σταματήσει αυτές τις σκέψεις. Θα ακολουθούσε το κόκκινο αστέρι. Αυτή τη σκέψη μπορούσε να την κρατήσει.

Τρεις φορές χρειάστηκε να οπισθοχωρήσουν, επειδή τους δρόμους που είχαν πάρει τους έφραζαν λόφοι από πέτρες και τούβλα και τα άλογα δεν μπορούσαν να τους ανεβούν. Ο Ραντ άκουγε την αναπνοή των άλλων, κοφτή και γρήγορη, στα πρόθυρα του πανικού. Έτριξε τα δόντια του για να σταματήσει τις λαχανιασμένες ανάσες του. Τουλάχιστον πρέπει να τους κάνεις να πιστέψουν πως δεν φοβάσαι. Μια χαρά τα πας, κοκορόμυαλε! Θα τους βγάλεις όλους από δω ασφαλείς.

Έστριψαν την άλλη γωνία. Ένας τοίχος από ομίχλη έλουζε το σπασμένο δρόμο, με φως λαμπερό, σαν πανσέληνος. Πλοκάμια χοντρά, σαν τα άλογά τους, γύρισαν προς το μέρος τους. Κανένας δεν στάθηκε να περιμένει. Γύρισαν και άρχισαν να καλπάζουν κολλητά μεταξύ τους, χωρίς να τους νοιάζει ο σαματάς των οπλών.