Δύο Τρόλοκ βγήκαν στο δρόμο μπροστά τους, ούτε δέκα απλωσιές πιο πέρα.
Για μια στιγμή, άνθρωποι και Τρόλοκ έμειναν να κοιτάζονται, οι μεν πιο ξαφνιασμένοι από τους δε. Άλλο ένα ζευγάρι Τρόλοκ εμφανίστηκε και ακόμα ένα και άλλο ένα, που έπεσαν στους μπροστινούς τους, έκπληκτοι μπροστά στην όψη των ανθρώπων. Λαρυγγώδη ουρλιαχτά αντήχησαν στα κτίρια και οι Τρόλοκ όρμηξαν. Οι άνθρωποι σκόρπισαν σαν ορτύκια.
Το γκρίζο άλογο του Ραντ άρχισε σχεδόν αμέσως να καλπάζει. “Από κει!” φώναξε ο Ραντ, αλλά άκουσε την ίδια κραυγή να βγαίνει από πέντε στόματα. Μια βιαστική ματιά πάνω από τον ώμο του του έδειξε ότι οι σύντροφοί του είχαν πάρει ο καθένας τη δική του κατεύθυνση, ενώ οι Τρόλοκ τους καταδίωκαν.
Τρεις Τρόλοκ έτρεχαν πίσω του, ανεμίζοντας κοντάρια με θηλιές. Ένιωσε ρίγος, όταν κατάλαβε ότι στην ταχύτητα ήταν αντάξιοι του Κλάουντ. Έσκυψε χαμηλά στο λαιμό του Κλάουντ και βίασε το γκρίζο άλογο να τρέξει, με τις βαριές κραυγές να τον κυνηγούν.
Μπροστά ο δρόμος στένεψε και τα κτίρια με τις γκρεμισμένες κορφές έγερναν σαν μεθυσμένα. Τα άδεια παράθυρα γέμισαν αργά από μια ασημένια λάμψη, μια πυκνή ομίχλη που απλωνόταν. Το Μασάνταρ.
Ο Ραντ ρισκάρισε να κοιτάξει πάνω από τον ώμο του. Οι Τρόλοκ ακόμα έτρεχαν, λιγότερο από πενήντα βήματα πίσω του· το φως της ομίχλης αρκούσε για να τους δει καθαρά. Τώρα ένας Ξέθωρος ήταν μαζί τους καβάλα στο άλογά του και οι Τρόλοκ έμοιαζαν, σχεδόν, τόσο να τρέχουν μακριά του, όσο και να κυνηγούν τον Ραντ. Μπροστά από τον Ραντ, πεντ’ έξι γκρίζα πλοκάμια στην αρχή και πάνω από δέκα μετά έβγαιναν τρεμουλιάζοντας από τα παράθυρα, ψάχνοντας στον αέρα. Ο Κλάουντ τίναξε το κεφάλι του και ούρλιαξε, αλλά ο Ραντ έχωσε βίαια τις φτέρνες στα πλευρά του και το άλογο όρμηξε μπροστά σαν τρελό.
Τα πλοκάμια σκλήρυναν, όταν ο Ραντ πέρασε καλπάζοντας ανάμεσά τους, αλλά έσκυψε στη ράχη του Κλάουντ και αρνήθηκε να τα κοιτάξει. Ο δρόμος πιο πέρα ήταν ελεύθερος. Αν μ’ αγγίξει έστω κι ένα... Φως μου! Κέντρισε ακόμα πιο δυνατά τον Κλάουντ και το άλογο πήδηξε μπροστά, στις ευπρόσδεκτες σκιές. Ενώ ο Κλάουντ έτρεχε ακόμα, ο Ραντ κοίταξε πίσω του αμέσως μόλις άρχισε να λιγοστεύει η λάμψη του Μασάνταρ.
Τα κυματιστά γκρίζα πλοκάμια του Μασάνταρ έκλειναν το μισό δρόμο και οι Τρόλοκ δείλιασαν, αλλά ο Ξέθωρος έπιασε ένα μαστίγιο από το σακίδιο της σέλας του και το πλατάγισε πάνω από τα κεφάλια των Τρόλοκ με ήχο σαν κεραυνό, γεμίζοντας τον αέρα σπίθες. Οι Τρόλοκ, μισοσκυμμένοι, χύθηκαν στο κατόπι του Ραντ. Ο Ημιάνθρωπος δίστασε και η μαύρη κουκούλα εξέτασε τα απλωμένα χέρια του Μασάνταρ, πριν τρέξει κι αυτός μπροστά.
Τα όλο και πιο χοντρά πλοκάμια της ομίχλης κουνήθηκαν, αβέβαια για μια στιγμή και μετά όρμηξαν σαν οχιές. Τουλάχιστον δύο άρπαξαν τον κάθε Τρόλοκ, λούζοντάς τους με ένα γκρίζο φως· οι μουσούδες υψώθηκαν για να ουρλιάξουν, αλλά η ομίχλη κύλησε στα ανοιχτά στόματα και μπήκε μέσα, πίνοντας τα ουρλιαχτά. Τέσσερα πλοκάμια, χοντρά σαν πόδια, κουλουριάστηκαν γύρω από τον Ξέθωρο και ο Ημιάνθρωπος μαζί με το μαύρο άλογά του τινάχτηκαν σαν να χόρευαν, ώσπου η μαύρη κουκούλα έπεσε πίσω, αποκαλύπτοντας εκείνο το ωχρό, δίχως μάτια πρόσωπο. Ο Ξέθωρος στρίγκλισε.
Ούτε ο Ξέθωρος, ούτε οι Τρόλοκ έβγαλαν άλλο ήχο, αλλά κάτι ακούστηκε, ένα διαπεραστικό βούισμα, λίγο πέρα από τα όρια της ακοής, σαν να είχαν έρθει όλες οι σφήκες του κόσμου και τρυπούσαν το αυτί του Ραντ με όλο το φόβο που μπορούσε να υπάρχει. Ο Κλάουντ σφάδασε, σαν να το είχε ακούσει κι αυτός και έτρεξε, πιο γρήγορα από κάθε άλλη φορά. Ο Ραντ κρατήθηκε πάνω του, λαχανιασμένος, ενώ ο λαιμός του ήταν ξερός σαν άμμος.
Μετά από λίγη ώρα κατάλαβε ότι δεν άκουγε πια το σιωπηλό ουρλιαχτό του Ξέθωρου που πέθαινε και, ξαφνικά, το ποδοβολητό του αλόγου του ακούστηκε στ’ αυτιά του, δυνατό σαν φωνή. Τράβηξε γερά τα χαλινάρια του Κλάουντ, σταμάτησε πλάι σ’ έναν τσακισμένο τοίχο, σε μια διασταύρωση. Ένα ανώνυμο μνημείο ορθωνόταν στο σκοτάδι μπροστά του.
Έστησε αυτί, μισοπεσμένος στη σέλα του, αλλά δεν άκουγε τίποτα, εκτός από το αίμα που βροντοκοπούσε στα αυτιά του. Το πρόσωπό του είχε γεμίσει στάλες κρύου ιδρώτα και το κορμί του ανατρίχιασε, καθώς ο άνεμος τίναζε το μανδύα του.
Τελικά ίσιωσε το κορμί του. Ο ουρανός ήταν γεμάτος άστρα και δεν υπήρχαν σύννεφα, αλλά αμέσως γνώρισε το κόκκινο άστρο, χαμηλά προς τα ανατολικά. Ζει κανείς άλλος για να το δει; Ήταν ελεύθεροι, ή είχαν πέσει στα χέρια των Τρόλοκ; Εγκουέν, που να με τυφλώσει το Φως, γιατί $εν με ακολούθησες; Αν ήταν ζωντανοί κι ελεύθεροι, θα ακολουθούσαν το άστρο. Αν όχι... Τα χαλάσματα ήταν απέραντα· μπορούσε να ψάχνει μέρες δίχως να βρει κανέναν, αν γλίτωνε από τους Τρόλοκ. Και τους Ξέθωρους και τον Μόρντεθ και το Μασάνταρ. Αποφάσισε απρόθυμα να πάει προς το ποτάμι.