Выбрать главу

Έπιασε τα χαλινάρια. Στον κάθετο δρόμο, μια πέτρα έπεσε σε μια άλλη μ’ έναν οξύ κρότο. Πάγωσε αμέσως, κράτησε ακόμα και την ανάσα του. Ήταν κρυμμένος στις σκιές, ένα βήμα μόνο πέρα από τη γωνία. Σκέφτηκε έξαλλα να οπισθοχωρήσει. Τι ήταν πίσω του; Τι θα έκανε θόρυβο για να τον προδώσει; Δεν μπορούσε να θυμηθεί και φοβόταν να πάρει το βλέμμα από τη γωνία του κτιρίου.

Σκοτάδι καραδοκούσε σε κείνη τη γωνιά και από κει ξεπρόβαλλε το μακρύτερο σκοτάδι ενός ραβδιού. Κοντάρι με γάντζο! Ο Ραντ, ευθύς μόλις πέρασε η σκέψη από το μυαλό του, έχωσε τις φτέρνες του στα πλευρά του Κλάουντ και τράβηξε το σπαθί από το θηκάρι του· συνόδευσε την εφόρμησή του με μια άναρθρη κραυγή και κατέβασε το σπαθί μ’ όλη του τη δύναμη. Μόνο μια απελπισμένη προσπάθεια συγκράτησε τη λεπίδα πριν χτυπήσει. Ο Ματ άφησε μια πνιχτή κραυγούλα κι έγειρε πίσω, πέφτοντας σχεδόν από το άλογό του, ενώ παραλίγο θα έριχνε και το τόξο Ο Ραντ πήρε μια βαθιά ανάσα και κατέβασε το σπαθί του. Το μπράτσο του έτρεμε. “Είδες κανέναν άλλον;” κατόρθωσε να πει.

Ο Ματ ξεροκατάπιε και ξανακάθισε κανονικά στη σέλα του. “Με... με... Μόνο Τρόλοκ”. Έπιασε το λαιμό του, έγλειψε τα χείλη του. “Μόνο Τρόλοκ. Εσύ;”

Ο Ραντ κούνησε το κεφάλι. “Μάλλον προσπαθούν να φτάσουν στο ποτάμι. Ας κάνουμε κι εμείς το ίδιο”. Ο Ματ ένευσε σιωπηλά, ψηλαφώντας συνεχώς το λαιμό του και ξεκίνησαν ακολουθώντας το κόκκινο αστέρι.

Πριν κάνουν εκατό απλωσιές, η γοερή κραυγή ενός κέρατος των Τρόλοκ υψώθηκε πίσω τους στα βάθη της πόλης. Μια άλλη του απάντησε, έξω από τα τείχη.

Ο Ραντ ανατρίχιασε, αλλά συνέχισε τον αργό ρυθμό τους, παρακολουθώντας τα πιο σκοτεινά σημεία και αποφεύγοντάς τα όπου μπορούσε. Ο Ματ στην αρχή τίναξε τα χαλινάρια, σαν να προτιμούσε τον καλπασμό, μετά όμως τον μιμήθηκε. Τα κέρατα δεν ξανακούστηκαν και οι δύο τους προχώρησαν στη σιωπή και έφτασαν σε ένα άνοιγμα του γεμάτου κληματσίδες τοίχου, εκεί που κάποτε υπήρχε πύλη. Μόνο οι πύργοι απέμεναν κι έστεκαν υψωμένοι σαν τσακισμένες κορυφές στο μαύρο ουρανό.

Θ Ματ κοντοστάθηκε στην πύλη, όμως ο Ραντ είπε χαμηλόφωνα, “Μέσα είμαστε πιο ασφαλείς απ’ όσο έξω;” Δεν βράδυνε το ρυθμό του γκρίζου αλόγου του και ύστερα από μια παύση ο Ματ, προσπαθώντας να κοιτάζει ταυτοχρόνως παντού, τον ακολούθησε και βγήκαν από τη Σαντάρ Λογκόθ. Ο Ραντ άφησε την ανάσα του να βγει αργά· το στόμα του ήταν κατάξερο. Θα τα καταφέρουμε. Φως μου, θα τα καταφέρουμε!

Τα τείχη πίσω τους χάθηκαν, τα κατάπιαν η νύχτα και το δάσος. Ο Ραντ αφουγκραζόταν για να ακούσει και τον παραμικρό ήχο και συνέχισε να προχωρά, με το κόκκινο άστρο ακριβώς μπροστά.

Ξαφνικά, ο Θομ τους προσπέρασε καλπάζοντας και έκοψε ταχύτητα μόνο για να τους φωνάξει, “Τρέξτε, ανόητοι!” Μια στιγμή αργότερα οι κραυγές των διωκτών τους και η φασαρία στους θάμνους πίσω ανακοίνωναν ότι οι Τρόλοκ ακολουθούσαν τη διαδρομή του.

Ο Ραντ χτύπησε τα πλευρά του αλόγου και ο Κλάουντ έτρεξε πίσω από το μουνούχι του Βάρδου. Τι κάνουμε όταν βρεθούμε στο ποτάμι δίχως τη Μουαραίν; Φως μου, η Εγκουέν!

Ο Πέριν καθόταν στο άλογό του στις σκιές, παρακολουθώντας την ανοιχτή πύλη, λίγο πιο πέρα μπροστά του και ανεβοκατέβαζε αφηρημένα τον αντίχειρά του στη λεπίδα του τσεκουριού του. Έμοιαζε να είναι μια ασφαλής έξοδος από τη ρημαγμένη πόλη, αλλά ο ίδιος είχε πέντε λεπτά που καθόταν εκεί και την εξέταζε. Ο άνεμος φυσούσε τις ανακατωμένες μπούκλες του και προσπαθούσε να του αρπάξει το μανδύα, αλλά αυτός κουκουλωνόταν πάλι, χωρίς να προσέχει τι κάνει.

Ήξερε ότι ο Ματ και σχεδόν όλοι οι άλλοι στο Πεδίο του Έμοντ, τον θεωρούσαν αργόστροφο. Εν μέρει επειδή ήταν μεγαλόσωμος και συνήθως περπατούσε προσεκτικά —πάντα φοβόταν μήπως σπάσει κάτι κατά τύχη, ή μήπως χτυπήσει κανέναν, αφού ήταν πολύ μεγαλύτερος από τους συνομηλίκους του- αλλά, στην πραγματικότητα, προτιμούσε να σκέφτεται τα πράγματα διεξοδικά όταν μπορούσε. Οι βιαστικές σκέψεις, οι ασυλλόγιστες σκέψεις, πάντα έβαζαν τον Ματ σε μπελάδες και, συνήθως, ο Ραντ ή ο Πέριν, ή και οι δύο μαζί κατέληγαν να βράζουν στο ίδιο καζάνι με τον Ματ.

Ο λαιμός του σφίχτηκε. Φως μου, μην σκέφτεσαι καζάνια. Προσπάθησε να οργανώσει πάλι τις σκέψεις του. Η λύση ήταν η περίσκεψη.

Κάποτε υπήρχε μια πλατεία μπροστά στην πύλη, μ’ ένα πελώριο σιντριβάνι στο μέσον της. Ένα μέρος του σιντριβανιού ήταν ακόμα εκεί, μια συστάδα από γκρεμισμένα αγάλματα, που στέκονταν σε μια μεγάλη, στρογγυλή δεξαμενή, όπως και ο ανοιχτός χώρος γύρω του. Για να φτάσει στην πύλη, θα έπρεπε να διανύσει περίπου εκατό απλωσιές και μόνο τη νύχια, για προστασία από ερευνητικά μάτια. Ούτε κι αυτή η σκέψη ήταν ευχάριστη. Θυμόταν πολύ καλά εκείνους τους αθέατους παρατηρητές.