Σκέφτηκε τα κέρατα που είχαν ακουστεί στην πόλη νωρίτερα. Παραλίγο θα γυρνούσε πίσω, πιστεύοντας πως είχαν πιάσει κάποιον από τους άλλους, αλλά μετά είχε συνειδητοποιήσει πως, σ’ αυτή την περίπτωση, δεν θα μπορούσε να κάνει τίποτα μόνος του. Ενάντια σε ―τι είπε ο Λαν― εκατό Τρόλοκ και τέσσερις Ξέθωρους, Η Μουαραίν Σεντάι είπε να πάμε στο ποτάμι.
Συλλογίστηκε πάλι την πύλη. Η περίσκεψη δεν απόφασή του είχε δώσει πολλές απαντήσεις, αλλά είχε πάρει την του. Βγήκε από τις βαθιές σκιές στο σκοτάδι, που δεν ήταν τόσο πυκνό.
Όπως έβγαινε, ένα άλογο εμφανίστηκε στην άλλη πλευρά της πλατείας και σταμάτησε. Κι ο Πέριν σταμάτησε και το χέρι του πήγε στο τσεκούρι· δεν του έδινε μεγάλη παρηγοριά. Αν αυτή η σκοτεινή μορφή ήταν Ξέθωρος...
Μια απαλή, διστακτική φωνή ακούστηκε. “Ραντ;”
Ανάσανε πάλι με ανακούφιση. “Ο Πέριν είμαι, Εγκουέν”, της απάντησε, πάλι με απαλή φωνή. Ακούστηκε πολύ δυνατή εκεί στο σκοτάδι.
Τα άλογα πλησίασαν μεταξύ τους στο σιντριβάνι.
“Είδες κανέναν άλλον;” ρώτησαν και οι δύο ταυτοχρόνως και απάντησαν μαζί, κουνώντας το κεφάλι.
“Θα είναι καλά”, μουρμούρισε η Εγκουέν, χαϊδεύοντας το λαιμό της Μπέλας. “Έτσι δεν είναι;”
“Η Μουαραίν Σεντάι και ο Λαν θα τους φροντίσουν”, απάντησε ο Πέριν. “Θα μας φροντίσουν όλους, όταν φτάσουμε στο ποτάμι”. Ήλπισε πως έτσι θα γινόταν.
Ένιωσε μεγάλη ανακούφιση όταν πέρασαν την πύλη, έστω κι αν στο δάσος υπήρχε περίπτωση να τριγυρνούν Τρόλοκ. Ή Ξέθωροι. Σταμάτησε αυτές τις σκέψεις. Τα γυμνά κλαριά δεν τον εμπόδιζαν να ακολουθεί το κόκκινο αστέρι και τώρα πια βρίσκονταν μακριά από την περιοχή του Μόρντεθ. Αυτός τον είχε τρομάξει περισσότερο από τους Τρόλοκ.
Σε λίγο θα έφταναν στο ποτάμι και θα αντάμωναν τη Μουαραίν και εκείνη θα τους έπαιρνε μακριά και από τους Τρόλοκ. Το πίστευε, επειδή είχε ανάγκη να το πιστέψει. Ο άνεμος έκανε τα κλαριά να ξύνονται το ένα στο άλλο και τα φύλλα και τις βελόνες των αειθαλών να θροίζουν. Η μοναχική κραυγή ενός νυχτοπάτη τρύπησε το σκοτάδι και ο Πέριν και η Εγκουέν πλησίασαν τα άλογά τους, σαν να ήθελαν να κουλουριαστούν για να ζεσταθούν. Ήταν ολομόναχοι.
Ένα κέρας των Τρόλοκ ήχησε κάπου πίσω τους, με βιαστικές, θρηνητικές σπιλιάδες, προτρέποντας τους κυνηγούς να βιαστούν, να βιαστούν. Έπειτα, χοντρά, μισο-ανθρώπινα ουρλιαχτά ακούστηκαν πίσω στο δρόμο που είχαν πάρει, παρακινημένα από το κέρας. Ουρλιαχτά που δυνάμωσαν, όταν οι Τρόλοκ έπιασαν την οσμή των ανθρώπων.
Ο Πέριν έβαλε το άλογό του να καλπάσει, φωνάζοντας, “Έλα!”. Η Εγκουέν τον ακολούθησε και οδήγησαν και οι δύο τα άλογά τους γοργά, χωρίς να τους νοιάζει ο θόρυβος, χωρίς να τους νοιάζουν τα κλαριά που τους μαστίγωναν.
Όπως έτρεχαν ανάμεσα στα δέντρα, με οδηγό όχι μόνο το αμυδρό φεγγαρόφωτο, αλλά και το ένστικτό τους, η Μπέλα άρχισε να καθυστερεί. Ο Πέριν κοίταξε πίσω. Η Εγκουέν κλώτσησε τη φοράδα και την καμτσίκωσε με τα γκέμια, αλλά δεν έβγαινε τίποτα. Κρίνοντας από τους ήχους, οι Τρόλοκ πλησίαζαν. Έκοψε ταχύτητα για να μην αφήσει πίσω.
“Βιάσου!” της φώναξε. Τώρα μπορούσε να διακρίνει τους Τρόλοκ, πελώριες μαύρες μορφές που έτρεχαν ανάμεσα στα δέντρα, με μουγκρητά και γρυλίσματα που πάγωναν το αίμα. Έσφιξε τη λαβή του τσεκουριού που κρεμόταν στη ζώνη του, με τόση δύναμη που του πόνεσαν οι αρθρώσεις. “Βιάσου, Εγκουέν! Βιάσου!”
Ξαφνικά το άλογά του ούρλιαξε και ο Πέριν άρχισε να πέφτει, ξεφεύγοντας κουτρουβαλιστά από τη σέλα, καθώς το άλογο χανόταν κάτω από τα πόδια του. Άπλωσε τα χέρια για να στηριχτεί και βούτηξε με το κεφάλι σε παγωμένα νερά. Είχε περάσει το χείλος μιας απόκρημνης πλαγιάς πάνω από τον Αρινέλε.
Έβγαλε μια κοφτή κραυγή με το σοκ του παγωμένου νερού και κατάπιε αρκετό, πριν καταφέρει να ξαναβγεί στην επιφάνεια. Περισσότερο ένιωσε, παρά άκουσε, έναν άλλο παφλασμό και σκέφτηκε πως η Εγκουέν πρέπει να είχε πέσει μετά απ’ αυτόν. Ξεφυσώντας λαχανιασμένος, έκανε επιτόπου βήματα στο νερό. Δεν ήταν εύκολο να μείνει στην επιφάνεια· ο μανδύας και το παλτό του είχαν κιόλας γίνει μούσκεμα και οι μπότες του ήταν γεμάτες. Κοίταξε τριγύρω να βρει την Εγκουέν, αλλά είδε μόνο το λαμπύρισμα του φεγγαρόφωτου στα μαύρα νερά, που τα τάραζε ο άνεμος.
“Εγκουέν; Εγκουέν!”
Ένα δόρυ πέρασε σαν αστραπή μπροστά από τα μάτια του και πιτσίλισε νερά στο πρόσωπό του. Κι άλλα έπεσαν στο ποτάμι γύρω του. Λαρυγγώδεις φωνές άρχισαν να λογομαχούν στην όχθη και τα δόρατα των Τρόλοκ σταμάτησαν, αλλά ο Πέριν σταμάτησε προς το παρόν να φωνάζει.