Το ρεύμα τον παρέσυρε πιο κάτω, αλλά οι αγριοφωνάρες και τα γρυλίσματα ακολούθησαν από την όχθη. Έλυσε το μανδύα του, τον άφησε να τον παρασύρει το ποτάμι. Λιγότερο βάρος για να τον τραβήξει στο βυθό. Άρχισε να κολυμπά πεισματικά προς την απέναντι όχθη. Εκεί δεν υπήρχαν Τρόλοκ. Έτσι ήλπιζε.
Κολύμπησε όπως έκαναν στο χωριό, στις λιμνούλες του Νεροδάσους, χτυπώντας με τα δύο χέρια, κλωτσώντας με τα δύο πόδια, κρατώντας το κεφάλι έξω από το νερό. Ή, τουλάχιστον, προσπάθησε να κρατά το κεφάλι έξω από το νερό· δεν ήταν εύκολο. Ακόμα και χωρίς το μανδύα, το παλτό και οι μπότες του έμοιαζαν να ζυγίζουν όσο κι αυτός. Και το τσεκούρι τον τραβούσε από τη μέση, απειλώντας πότε να τον σύρει κάτω και πότε να τον κάνει να στριφογυρίσει. Σκέφτηκε να αφήσει το ποτάμι να πάρει και το τσεκούρι· το σκέφτηκε αρκετές φορές. Θα ήταν εύκολο, πολύ ευκολότερο από το να βγάλει τις μπότες, παραδείγματος χάριν. Κάθε φορά όμως που το σκεφτόταν, σκεφτόταν, επίσης, μήπως έβγαινε στην αντίπερα όχθη κι έβρισκε Τρόλοκ να καραδοκούν. Το τσεκούρι δεν θα τον βοηθούσε πολύ, αν είχε μπροστά του πεντ’ έξι Τρόλοκ —ή έστω κι έναν, ίσως — αλλά ήταν προτιμότερο από το να είναι με άδεια χέρια.
Μετά από λίγο, δεν ήταν πια βέβαιος ότι θα μπορούσε να σηκώσει το τσεκούρι, ακόμα κι αν υπήρχαν Τρόλοκ εκεί. Ένιωθε ότι τα χέρια και τα πόδια του ήταν ασήκωτα· με μεγάλο κόπο κατάφερνε να τα κουνήσει και το πρόσωπό του δεν έβγαινε τόσο ψηλά πάνω από το νερό με κάθε απλωτή. Έβηχε, όταν το νερό έμπαινε από τη μύτη του. Μια μέρα στο σιδεράδικο δεν συγκρίνεται μ’ όλα αυτά, σκέφτηκε κουρασμένος και τότε το πόδι του κλώτσησε κάτι. Μόνο όταν το ξανακλώτσησε κατάλαβε τι ήταν. Ο πυθμένας. Βρισκόταν στα ρηχά. Είχε περάσει το ποτάμι.
Σηκώθηκε όρθιος, ρουφώντας αέρα από το στόμα, σπαρταρώντας σχεδόν, καθώς τα πόδια του δεν τον κράταγαν. Τράβηξε στα τυφλά το τσεκούρι από τη θηλιά, καθώς έβγαινε με σπασμωδικά βήματα στην ακροποταμιά, τρέμοντας από την παγωνιά. Δεν φαίνονταν Τρόλοκ. Ούτε και η Εγκουέν. Μόνο μερικά αραιά δέντρα στην όχθη και η κορδέλα του σεληνόφωτος στο νερό.
Όταν ξαναβρήκε την ανάσα του, άρχισε να φωνάζει τα ονόματά τους. Του απάντησαν αχνές κραυγές από την απέναντι όχθη· ακόμα και από τόση απόσταση, καταλάβαινε τις σκληρές φωνές των Τρόλοκ. Όμως οι φίλοι του δεν του απάντησαν.
Ο άνεμος μαινόταν, με το ουρλιαχτό του να πνίγει τις φωνές των Τρόλοκ και ο Πέριν ανατρίχιασε. Δεν έκανε τόσο κρύο, που να παγώσει το νερό που είχε μουλιάσει τα ρούχα του, αλλά έτσι ένιωθε· του τρυπούσε τα κόκαλα με μια παγερή λεπίδα. Κουλουριάστηκε, αλλά το κρύο δεν υποχώρησε. Ολομόναχος, ανηφόρισε κουρασμένα την όχθη για να βρει καταφύγιο από τον αέρα.
Ο Ραντ χάιδεψε το λαιμό του Κλάουντ, γαληνεύοντας τον ψιθυριστά. Το γκρίζο άλογο τίναξε το κεφάλι και χοροπήδησε. Οι Τρόλοκ είχαν μείνει πίσω —τουλάχιστον έτσι φαινόταν στον Ραντ — αλλά ο Κλάουντ είχε ακόμα τη μυρωδιά τους βαριά στα ρουθούνια του. Ο Ματ προχωρούσε, με βέλος περασμένο στο τόξο και μισοτραβηγμένο, ψάχνοντας με το βλέμμα για τις εκπλήξεις της νύχτας, ενώ ο Ραντ και ο Θομ κοίταζαν ανάμεσα από τα κλαριά το κόκκινο άστρο, που ήταν ο οδηγός τους. Δεν το έχαναν, παρά τα κλαριά πάνω από το κεφάλι τους, αρκεί να προχωρούσαν προς την κατεύθυνσή του. Όταν όμως είχαν φανεί οι Τρόλοκ μπροστά τους, η ομάδα άρχισε να καλπάζει προς το πλάι, ενώ τους κυνηγούσαν ουρλιάζοντας και τα δύο κοπάδια των Τρόλοκ. Οι Τρόλοκ μπορούσαν να παραβγούν σε ταχύτητα με τα άλογα, μόνο όμως για απόσταση εκατό περίπου βημάτων και, τελικά, η ομάδα είχε αφήσει πίσω της τους διώκτες και τα ουρλιαχτά τους. Αλλά με τις στροφές και τα γυρίσματα, είχαν χάσει το άστρο που τους οδηγούσε.
“Εγώ επιμένω ότι είναι εκεί”, είπε ο Ματ, δείχνοντας στα δεξιά του. “Στο τέλος πηγαίναμε βόρεια κι αυτό σημαίνει ότι η ανατολή είναι προς τα κει”.
“Να το”, είπε απότομα ο Θομ. Μέσα από τα μπλεγμένα κλαριά στα αριστερά τους, έδειξε το άστρο. Ο Ματ μουρμούρισε κάτι μέσα από τα δόντια του.
Ο Ραντ, με την άκρη του ματιού του, έπιασε την κίνηση ενός Τρόλοκ, που πηδούσε από πίσω από ένα δέντρο δίχως κανέναν ήχο, κουνώντας το κοντάρι του με τη θηλιά. Ο Ραντ έχωσε τις φτέρνες του στα πλευρά του αλόγου του και αυτό πήδηξε μπροστά, τη στιγμή που άλλοι δύο Τρόλοκ ορμούσαν από τις σκιές ακολουθώντας τον πρώτο. Μια θηλιά άγγιξε το σβέρκο του Ραντ, ο οποίος ένιωσε μια ανατριχίλα στη ραχοκοκαλιά του.
Ένα βέλος πέτυχε κατάματα ένα ζωώδες πρόσωπο και ύστερα ο Ματ βρέθηκε δίπλα του, καθώς τα άλογά τους ορμούσαν ανάμεσα στα δέντρα. Ο Ραντ κατάλαβε πως κάλπαζαν προς το ποτάμι, αλλά δεν ήξερε αν αυτό θα τους βοηθούσε. Οι Τρόλοκ έτρεχαν πίσω τους, τόσο κοντά που, σχεδόν, μπορούσαν να αρπάξουν τις ουρές των αλόγων που πετιόνταν στον αέρα. Αν κέρδιζαν μισό βήμα, τα κοντάρια τους θα γκρέμιζαν τους ανθρώπους από τις σέλες.