Έγειρε χαμηλά στο σβέρκο του ψαρή του, για να προσθέσει λίγη απόσταση ακόμα ανάμεσα στο λαιμό του και στις θηλιές. Ο Ματ είχε σχεδόν θάψει το πρόσωπό του μέσα στη χαίτη του αλόγου του. Ο Ραντ όμως αναρωτιόταν πού ήταν ο Θομ. Μήπως ο Βάρδος είχε συμπεράνει πως θα ήταν καλύτερα μόνος του, αφού και οι τρεις Τρόλοκ κυνηγούσαν τα αγόρια;
Ξαφνικά, το μουνούχι του Θομ ξεπρόβαλε καλπάζοντας στη νύχτα, πίσω από τους Τρόλοκ. Οι Τρόλοκ πρόλαβαν μονάχα να ρίξουν μια έκπληκτη ματιά πίσω τους και τα χέρια του Βάρδου τινάχτηκαν πίσω και ύστερα μπροστά. Το ατσάλι άστραψε στο φως του φεγγαριού. Ένας Τρόλοκ σωριάστηκε κάτω, κουτρουβάλησε και μετά σταμάτησε σαν κουβάρι, ενώ ένας άλλος έπεσε στα γόνατα με μια κραυγή, απλώνοντας τα χέρια στην πλάτη του. Ο τρίτος γρύλισε, έδειξε τα κοφτερά του δόντια, αλλά, καθώς οι σύντροφοι του έπεφταν, στριφογύρισε και χάθηκε στο σκοτάδι. Το χέρι του Θομ έκανε πάλι την κίνηση που θύμιζε μαστίγωμα και ο Τρόλοκ ούρλιαξε, αλλά τα ουρλιαχτά χάθηκαν στο βάθος μαζί του.
Ο Ραντ και ο Ματ σταμάτησαν και κοίταξαν τον Βάρδο.
“Τα καλύτερα μαχαίρια μου”, μουρμούρισε ο Θομ, αλλά δεν έκανε να τα ξαναπάρει. “Αυτός που έφυγε θα φέρει άλλους. Ελπίζω ο ποταμός να μην είναι πολύ μακριά. Ελπίζω...” Αντί να πει τι άλλο ήλπιζε, κούνησε το κεφάλι του και ξεκίνησε μ’ έναν γοργό τροχασμό. Ο Ραντ και ο Ματ τον ακολούθησαν.
Δεν άργησαν να φτάσουν σε μια χαμηλή όχθη, όπου τα δέντρα φύτρωναν ακριβώς ως εκεί που έφτανε το μαύρο νερό. Ο αέρας γέμιζε την επιφάνεια του ποταμού ράχες και πλαγιές και το φεγγάρι άπλωνε τις κορδέλες του. Ο Ραντ δεν μπορούσε να διακρίνει την αντίπερα όχθη. Δεν του άρεσε η ιδέα ότι θα περνούσαν απέναντι με σχεδία μέσα στο σκοτάδι, αλλά ούτε και θα ενθουσιαζόταν, αν έμεναν σ’ αυτή την όχθη. Αν χρειαστεί, θα κολυμπήσω.
Κάπου, μακριά από το ποτάμι, γκάριξε ένα κέρας των Τρόλοκ, κοφτά, βιαστικά, επιτακτικά μέσα στο σκοτάδι. Ήταν ο πρώτος ήχος από κέρας που άκουγαν από τη στιγμή που είχαν αφήσει τα χαλάσματα. Ο Ραντ αναρωτήθηκε, μήπως σήμαινε πως είχαν συλλάβει κάποιον από τους άλλους.
“Δεν υπάρχει λόγος να μείνουμε εδώ όλη τη νύχτα”, είπε ο Θομ. “Διαλέξτε πού πάμε. Ν’ ανέβουμε το ποτάμι, ή να το κατέβουμε;”
“Αλλά, ποιος ξέρει πού να είναι η Μουαραίν και οι άλλοι”, διαμαρτυρήθηκε ο Ματ. “Όποιον δρόμο και να πάρουμε, μπορεί να βρεθούμε ακόμα πιο μακριά”.
“Έτσι είναι”. Πλαταγίζοντας τη γλώσσα για να κάνει σήμα στο μουνούχι του, ο Θομ άρχισε να κατηφορίζει το ποτάμι, ακολουθώντας την όχθη. “Έτσι είναι”. Ο Ραντ κοίταξε τον Ματ, που σήκωσε τους ώμους και έστριψαν πίσω από τον Θομ.
Για αρκετή ώρα η περιοχή έμενε ίδια. Η όχθη σε άλλα σημεία ήταν ψηλότερη και σε άλλα χαμηλότερη, τα δέντρα πύκνωναν, ή αραίωναν, σχηματίζοντας μικρά ξέφωτα, αλλά η νύχτα και το ποτάμι και ο άνεμος ήταν πάντα ίδια, παγωμένα και σκοτεινά. Και δεν φαίνονταν Τρόλοκ. Μια αλλαγή για την οποία ο Ραντ χαιρόταν.
Έπειτα είδε ένα φως μπροστά, ένα μόνο φωτεινό σημάδι. Καθώς πλησίαζαν, διέκρινε ότι το φως ήταν αρκετά πάνω από το ποτάμι, σαν να βρισκόταν σε δέντρο. Ο Θομ τάχυνε το ρυθμό τους και άρχισε να σιγοτραγουδά μέσα από τα δόντια του.
Τελικά είδαν καθαρά την πηγή του φωτός. Ήταν ένα φανάρι κρεμασμένο στο κατάρτι ενός μεγάλου εμπορικού πλοίου, που είχε δέσει για τη νύχτα πλάι σε ένα μικρό ξέφωτο. Το πλοίο, μήκους περίπου είκοσι πέντε μέτρων, λικνιζόταν απαλά στο ρεύμα, τραβώντας τις πρυμάτσες που ήταν δεμένες στα δέντρα. Τα ξάρτια σιγοτραγουδούσαν και έτριζαν με τον αέρα. Το φανάρι πρόσθετε τη λάμψη του στο φεγγαρόφωτο που έπεφτε στο κατάστρωμα, αλλά δεν φαινόταν κανείς.
“Αυτό, λοιπόν”, είπε ο Θομ ξεπεζεύοντας, “δεν είναι καλύτερο από σχεδία των Άες Σεντάι;” Στάθηκε στηρίζοντας τα χέρια στους γοφούς του και, παρά το σκοτάδι, ήταν ολοφάνερα ικανοποιημένος από τον εαυτό του. “Αυτό το σκαρί δεν δείχνει να φτιάχτηκε για να μεταφέρει ζώα, αλλά με δεδομένο τον κίνδυνο που διατρέχει, για τον οποίο θα τον προειδοποιήσουμε, ο καπετάνιος ίσως δείξει κατανόηση. Αφήστε μόνο να μιλήσω εγώ. Και, για σιγουριά, φέρτε τις κουβέρτες και τα σακίδια σας”.
Ο Ραντ κατέβηκε και άρχισε να λύνει τα πράγματα που είχε πίσω από τη σέλα του, “Δεν εννοείς ότι φεύγουμε χωρίς τους άλλους, ε;”
Ο Θομ δεν πρόλαβε να πει τι εννοούσε. Στο ξέφωτο όρμησαν δύο Τρόλοκ, ουρλιάζοντας και κουνώντας τα κοντάρια τους κι άλλοι τέσσερις τους ακολούθησαν από κοντά. Τα άλογα σηκώθηκαν όρθια και χλιμίντρισαν. Στο βάθος ακούστηκαν κραυγές, που έλεγαν πως πλησίαζαν κι άλλοι Τρόλοκ.
“Στο πλοίο!” φώναξε ο Θομ. “Γρήγορα! Αφήστε τα όλα! Τρέξτε!” Υπακούοντας στη συμβουλή του, έτρεξε προς το πλοίο, με τα μπαλώματα του μανδύα του να πεταρίζουν και τις θήκες των οργάνων στην πλάτη του να χτυπούν η μια στην άλλη. “Ε, εσείς στο πλοίο!” φώναξε. “Ξυπνήστε, βλάκες! Τρόλοκ!”