Выбрать главу

Ο Ραντ τίναξε την κουβέρτα και τα σακίδια του, ελευθερώνοντας τα από το τελευταίο λουρί που τα κρατούσε κι έτρεξε στο κατόπι του Βάρδου. Πέταξε τα μπαγκάζια του πάνω από την κουπαστή και τα ακολούθησε μ’ έναν πήδο. Ο Ραντ μόλις που πρόλαβε να δει κάποιον έναν άντρα κουλουριασμένο στο κατάστρωμα να ανασηκώνεται, σαν να είχε μόλις ξυπνήσει, αλλά τα πόδια του έπεσαν πάνω στον άνδρα. Εκείνος μούγκρισε δυνατά, ο Ραντ παραπάτησε κι ένα κοντάρι με γάντζο χτύπησε την κουπαστή, στο σημείο απ’ όπου είχε πηδήξει. Φωνές ακούστηκαν σ’ όλο το πλοίο και ακούστηκαν ποδοβολητά στο κατάστρωμα.

Τριχωτά χέρια έπιασαν την κουπαστή πλάι από το γάντζο και ένα κεφάλι με κέρατα τράγου φανερώθηκε. Ο Ραντ, παραπατώντας, κατάφερε να τραβήξει το σπαθί του και να το κατεβάσει. Ο Τρόλοκ τσίριξε κι έπεσε.

Παντού στο πλοίο έτρεχαν άνδρες, φωνάζοντας, κόβοντας τις πρυμάτσες με τσεκούρια. Το πλοίο τραντάχτηκε και κουνήθηκε, σαν να βιαζόταν να φύγει. Στην πλώρη τρεις άνδρες πάλευαν μ’ έναν Τρόλοκ. Κάποιος ανεβοκατέβαζε ένα δόρυ από το πλάι, αν και ο Ραντ δεν έβλεπε τι χτυπούσε. Η χορδή ενός τόξου ακούστηκε να τινάζεται και ο ήχος επαναλήφθηκε. Ο άνδρας, τον οποίο είχε πατήσει ο Ραντ, τραβήχτηκε μακριά του μπουσουλώντας, έπειτα σήκωσε τα χέρια στον αέρα, όταν είδε τον Ραντ να τον κοιτάζει.

“Λυπήσου με!” φώναξε. “Πάρε ό,τι θες, πάρε το πλοίο, πάρ’ τα όλα, μα λυπήσου με!”

Ξαφνικά, κάτι χτύπησε τον Ραντ στην πλάτη και τον σώριασε στο κατάστρωμα. Το σπαθί του πετάχτηκε στριφογυρίζοντας από το απλωμένο χέρι του. Με το στόμα ανοιχτό, πασχίζοντας να ξαναβρεί μια ανάσα που δεν ερχόταν, προσπάθησε να φτάσει το σπαθί. Οι μύες του ανταποκρίθηκαν με οδυνηρή βραδύτητα· σπαρτάρισε σαν σαλιγκάρι. Εκείνος που του είχε ζητήσει να τον λυπηθεί έριξε μια φοβισμένη, άπληστη ματιά στο σπαθί, ύστερα χάθηκε στις σκιές.

Ο Ραντ κατάφερε να κοιτάξει πάνω από τον ώμο του και κατάλαβε πως η τύχη του τον είχε εγκαταλείψει. Ένας λυκομούρης Τρόλοκ ισορροπούσε στην κουπαστή, κοιτάζοντάς τον, κρατώντας την τσακισμένη άκρη του κονταριού που του είχε κόψει την ανάσα. Ο Ραντ πάλεψε να φτάσει το σπαθί, να κουνηθεί, να απομακρυνθεί, αλλά τα χέρια του και τα πόδια του έκαναν σπασμωδικές κινήσεις και δεν τον υπάκουγαν. Τινάζονταν και απλώνονταν πέρα-δώθε τυχαία. Ένιωθε σαν να του είχαν δέσει το στήθος με σίδερα· ασημένιες κουκίδες έπλεαν μπροστά στα μάπα του. Προσπάθησε λυσσασμένα να βρει τρόπο να ξεφύγει. Ο χρόνος φάνηκε να κυλά πιο αργά, καθώς ο Τρόλοκ σήκωνε το σπασμένο κοντάρι, σαν να ήθελε να τον τρυπήσει μ’ αυτό. Ο Ραντ είδε το πλάσμα να κινείται, σαν σε όνειρο. Είδε το χοντρό χέρι να κάνει πίσω· μπορούσε κιόλας να νιώσει τη σπασμένη λαβή του κονταριού να ξεσχίζει τη ραχοκοκαλιά του, ένιωθε το πόνο του κορμιού του που άνοιγε στα δύο. Τα πνευμόνια του πήγαιναν να σκάσουν. Θα πεθάνω! Φως, νου, βοήθησέ με, θα...! Το χέρι του Τρόλοκ άρχισε να κινείται προς τα μπροστά, κατευθύνοντας το σπασμένο κοντάρι και ο Ραντ βρήκε αρκετό αέρα για να αφήσει μια κραυγή. “Όχι!”

Ξαφνικά το πλοίο κλυδωνίστηκε και μια μπούμα βγήκε από τις σκιές, χτύπησε τον Τρόλοκ κατάστηθα με το ροκανιστό κρότο κοκάλων που σπάζουν και τον παρέσυρε, ρίχνοντάς τον κάτω.

Ο Ραντ για λίγο έμεινε εκεί, λαχανιασμένος, κοιτάζοντας τη μπούμα που πηγαινοερχόταν από πάνω του. Σίγουρα η τύχη μου θα στέρεψε, σκέφτηκε. Δεν μπορεί να μου έμεινε κι άλλη.

Σηκώθηκε όρθιος τρέμοντας και πήρε το σπαθί του, κρατώντας το αυτή τη φορά και με τα δύο χέρια, όπως του είχε δείξει ο Λαν, αλλά δεν είχε πια τι να το κάνει. Τα χάσμα των μαύρων νερών, μεταξύ του πλοίου και της όχθης, άνοιγε γοργά· οι κραυγές των Τρόλοκ χάνονταν πίσω τους μέσα στη νύχτα.

Θηκάρωσε το σπαθί και σωριάστηκε στην κουπαστή. Τότε ένας γεροδεμένος άνδρας, με παλτό που του έφτανε ως τα γόνατα, τον πλησίασε και τον αγριοκοίταξε. Είχε γενειάδα που άφηνε το πάνω χείλος του γυμνό, μακριά μαλλιά που έπεφταν ως τους φαρδιούς ώμους του και πρόσωπο στρογγυλό. Στρογγυλό, αλλά όχι αφράτο. Η μπούμα ξανάρθε και ο γενειοφόρος άνδρας έστρεψε το άγριο βλέμμα του πάνω της, καθώς την έπιανε· έκανε ένα οξύ σπλατς στην φαρδιά παλάμη του.

“Γκελμπ!” βρυχήθηκε. “Μα τη μοίρα μου! Πού είσαι, Γκελμπ;” Μιλούσε τόσο γρήγορα, με τις λέξεις κολλητά, που ο Ραντ με δυσκολία τον καταλάβαινε. “Δεν θα μου κρυφτείς στο ίδιο μου το πλοίο! Φέρτε εδώ τον Φλόραν Γκελμπ!”

Ένας ναύτης εμφανίστηκε με ένα φανάρι και δυο άλλοι πέταξαν έναν άντρα με μυτερό πρόσωπο στον κύκλο του φωτός. Ο Ραντ αναγνώρισε τον τύπο που του είχε προσφέρει το πλοίο. Τα μάτια του πετάγονταν εδώ κι εκεί, χωρίς να ανταμώνουν το βλέμμα του γεροδεμένου άνδρα, που πρέπει να ήταν ο καπετάνιος. Στο μέτωπο του Γκελμπ είχε εμφανιστεί μια μελανιά, από τις μπότες του Ραντ που τον είχαν χτυπήσει.