Выбрать главу

“Δεν έπρεπε να δέσεις τη μπούμα, Γκελμπ;” ρώτησε ο καπετάνιος με απροσδόκητη ηρεμία, αν και μιλούσε γρήγορα όσο και πριν.

Ο Γκελμπ φάνηκε να εκπλήσσεται. “Μα την έδεσα. Την έδεσα γερά. Το παραδέχομαι, καπετάνιε Ντόμον, χασομερώ μερικές φορές, αλλά κάνω τη δουλειά”.

“Χασομεράς, ε; Άμα είναι για ύπνο, εκεί δεν χασομεράς. Κοιμάσαι, αντί να φυλάς σκοπιά. Θα μας έσφαζαν όλους εξαιτίας σου”.

“Όχι, καπετάνιε, όχι. Αυτός τα φταίει”. Ο Γκελμπ έδειξε τον Ραντ. “Ήμουν στη σκοπιά, κανονικά όπως πρέπει κι αυτός με πλησίασε ύπουλα και με χτύπησε με ένα ραβδί”. Άγγιξε τη μελανάδα στο μέτωπό του, έκανε μια γκριμάτσα, και αγριοκοίταξε τον Ραντ. “Παλέψαμε, αλλά ύστερα ήρθαν οι Τρόλοκ. Έχει κάνει συμμαχία μαζί τους, καπετάνιε. Είναι Σκοτεινόφιλος. Έχει κάνει συμμαχία με τους Τρόλοκ”.

“Έχει κάνει συμμαχία με την ηλικιωμένη γιαγιά μου!” μούγκρισε ο καπετάνιος Ντόμον. “Δεν σε προειδοποίησα την άλλη φορά, Γκελμπ; Στην Ασπρογέφυρα τα μαζεύεις και φεύγεις! Χάσου από τα μάτια μου, πριν σε διώξω τώρα αμέσως”. Ο Γκελμπ χάθηκε από το φως του φαναριού και ο Ντόμον στάθηκε, ανοιγοκλείνοντας τα χέρια ενώ ατένιζε το κενό. “Αυτοί οι Τρόλοκ με ακολουθούν. Γιατί δεν με αφήνουν ήσυχο; Γιατί;”

Ο Ραντ κοίταξε πέρα από την κουπαστή και ξαφνιάστηκε, ανακαλύπτοντας ότι η ακροποταμιά δεν φαινόταν πια. Δύο άντρες κουμάνταραν το μακρύ δοιάκι που ξεπρόβαλλε πάνω από την πρύμνη και υπήρχαν έξι κωπηλάτες σε κάθε πλευρά, που έφερναν το πλοίο πιο κοντά στο κέντρο του ποταμού, σαν ζουζούνι στο νερό.

“Καπετάνιε”, είπε ο Ραντ, “έχουμε φίλους εκεί πίσω. Αν γυρίσεις για να τους πάρεις, είμαι βέβαιος πως θα σε ανταμείψουν”.

Το στρογγυλό πρόσωπο του καπετάνιου στράφηκε προς τον Ραντ και, όταν εμφανίστηκαν ο Θομ και ο Ματ, το ανέκφραστο βλέμμα του συμπεριέλαβε και αυτούς.

“Καπετάνιε”, άρχισε να λέει ο Θομ με μια υπόκλιση, “επέτρεψέ μου να—”

“Ελάτε κάτω”, είπε ο καπετάνιος Ντόμον, “για να μπορώ να βλέπω τι μου έπεσε απόψε στο κατάστρωμα. Ελάτε. Που να μου γυρίσει την πλάτη η μοίρα μου, ας δέσει κάποιος αυτή την μπούμα, που την καταράστηκε το κέρας!” Ενώ οι ναύτες έσπευδαν να πιάσουν τη μπούμα, αυτός ξεκίνησε για την πρύμνη του καραβιού. Ο Ραντ και οι δύο σύντροφοι του τον ακολούθησαν.

Ο καπετάνιος Ντόμον είχε μια συγυρισμένη καμπίνα στην πρύμνη, όπου έφτανες με μια κοντή σκάλα, στην οποία όλα έδιναν την εντύπωση πως ήταν στο μέρος τους, ακόμα και τα παλτά και οι μανδύες στα κρεμαστάρια πίσω από την πόρτα. Η καμπίνα έπιανε όλο το πλάτος του πλοίου, με ένα φαρδύ κρεβάτι στη μια πλευρά και ένα βαρύ τραπέζι στην άλλη. Υπήρχε μονάχα μια καρέκλα, με ψηλή ράχη και γερά μπράτσα και ο καπετάνιος κάθισε εκεί, κάνοντας νόημα στους άλλους να βρουν θέση στα σεντούκια και τους πάγκους, που ήταν τα μόνα άλλα έπιπλα. Ένα δυνατό βήξιμο εμπόδισε τον Ματ να καθίσει στο κρεβάτι.

“Λοιπόν”, είπε ο καπετάνιος, όταν είχαν καθίσει όλοι. “Το όνομά μου είναι Μπέυλ Ντόμον και είμαι καπετάνιος και ιδιοκτήτης του Αφρόνερου, δηλαδή αυτού του πλοίου. Ποιοι είστε εσείς και πού πηγαίνετε εδώ στην ερημιά και γιατί να μην σας πετάξω από το πλοίο για τους μπελάδες που μου φέρατε;”

Ο Ραντ ακόμα δυσκολευόταν να παρακολουθήσει τη γοργή μιλιά του Ντόμον. Όταν ξεδιάλυνε τι είχε πει τελευταία ο καπετάνιος, ανοιγόκλεισε τα μάτια του έκπληκτος. Να μας πετάξει από το πλοίο;

Ο Ματ είπε βιαστικά, “Δεν θέλαμε να σας βάλουμε σε μπελάδες. Πηγαίνουμε στο Κάεμλυν και ύστερα—”

“Και ύστερα όπου μας πάει ο άνεμος”, τον διέκοψε επιδέξια ο Θομ. “Έτσι ταξιδεύουν οι Βάρδοι, σαν σκόνη στον άνεμο. Είμαι Βάρδος, όπως αντιλαμβάνεσαι, Θομ Μέριλιν είναι τ’ όνομά μου”. Κούνησε το μανδύα του και τα πολύχρωμα μυάλώματα τινάχτηκαν, μην τυχόν και είχαν περάσει απαρατήρητα από τον καπετάνιο. “Αυτά τα χωριατάκια ήθελαν να γίνουν μαθητευόμενοί μου, αν και δεν ξέρω πια αν τους θέλω”. Ο Ραντ κοίταξε τον Ματ, ο οποίος του χαμογέλασε πλατιά.

“Ωραία και καλά αυτά, άνθρωπέ μου”, είπε γαλήνια ο καπετάνιος Ντόμον, “αλλά δεν μου λένε τίποτα. Λιγότερα από το τίποτα. Που να με φάει η μοίρα μου, αυτό το μέρος δεν είναι στο δρόμο για το Κάεμλυν, απ’ όπου και να ξεκινήσεις, απ’ ό,τι ξέρω”.

“Πού να ακούσεις την ιστορία”, είπε ο Θομ και ευθύς αμέσως άρχισε να την αφηγείται.

Σύμφωνα με τον Θομ, τα χιόνια του χειμώνα τον είχαν παγιδεύσει σε μια πόλη μεταλλωρύχων στα Όρη της Ομίχλης, πέρα από το Μπάερλον. Όσο ήταν εκεί, είχε ακούσει θρύλους για έναν θησαυρό, που είχε μείνει από τα χρόνια των Πολέμων των Τρόλοκ, στα χαμένα ερείπια μιας πόλης ονόματι Αριντόλ. Κατά τύχη, είχε μάθει την τοποθεσία της Αριντόλ από έναν χάρτη, που του είχε δώσει πριν πολλά-πολλά χρόνια ένας ετοιμοθάνατος φίλος στο Ίλιαν, του οποίου τη ζωή είχε σώσει κάποτε ο Θομ, ένας άνδρας που άφησε την τελευταία του πνοή, λέγοντας ότι ο χάρτης θα έκανε τον Θομ πλούσιο, κάτι που δεν είχε πιστέψει, παρά μόνο όταν άκουσε τους θρύλους. Όταν τα χιόνια άρχισαν να λιώνουν, ξεκίνησε με μερικούς συντρόφους, που ανάμεσά τους ήταν και οι δύο μαθητευόμενοί του και, ύστερα από ένα ταξίδι γεμάτο κακουχίες, βρήκαν την κατεστραμμένη πόλη. Αλλά αποδείχθηκε πως ο θησαυρός ανήκε σε έναν από τους Άρχοντες του Δέους και είχαν σταλεί Τρόλοκ για να τον φέρουν στο Σάγιολ Γκουλ. Όλοι σχεδόν οι κίνδυνοι που είχαν βρει στην πραγματικότητα —οι Τρόλοκ, οι Μυρντράαλ, το Ντραγκχάρ, ο Μόρντεθ, το Μασάνταρ- τους είχαν επιτεθεί επίσης και σε κάποιο σημείο της ιστορίας, αν και με τον τρόπο που το έλεγε ο Θομ θα έλεγε κανείς ότι στόχευαν αυτόν προσωπικά και ότι τους είχε αντιμετωπίσει με τη μεγαλύτερη μαστοριά. Με αρκετά ανδραγαθήματα, κυρίως του Θομ, το είχαν σκάσει, καταδιωκόμενοι από Τρόλοκ, αν και είχαν χωριστεί μέσα στο σκοτάδι, ώσπου, τελικά, ο Θομ και οι δυο σύντροφοι του ζήτησαν καταφύγιο στο τελευταίο μέρος που τους απέμενε, το πλοίο του καπετάνιου Ντόμον, που είχε φανεί πάνω στην ώρα.