Выбрать главу

Όταν ο Βάρδος τελείωσε, ο Ραντ κατάλαβε πως το στόμα του ήταν ορθάνοιχτο εδώ και αρκετή ώρα και το έκλεισε απότομα. Κοιτάζοντας τον Ματ, είδε ότι ο φίλος του κοίταζε τον Βάρδο με γουρλωμένα μάτια.

Ο καπετάνιος Ντόμον χτύπησε με τα δάχτυλα του το μπράτσο της καρέκλας του σαν ταμπούρλο. “Πολύς κόσμος δεν θα πίστευε τέτοια ιστορία. Βέβαια, εγώ είδα τους Τρόλοκ”.

“Κάθε λέξη είναι αληθινή”, είπε μελιστάλαχτα ο Θομ, “και τη λέει κάποιος που τα έζησε”.

“Μήπως τυχαινα να έχετε κάτι απ’ αυτό το θησαυρό μαζί σας;”

Ο Θομ άνοιξε τα χέρια με θλίψη. “Αλίμονο, τα λίγα που καταφέραμε να πάρουμε ήταν στα άλογά μας, που το έσκασαν όταν φάνηκαν τώρα αυτοί οι Τρόλοκ. Το μόνο που μου απέμεινε είναι το φλάουτο και η άρπα μου, μερικά χάλκινα και τα ρούχα που φορώ. Αλλά, πίστεψε με, δεν θα σου άρεσε ο θησαυρός. Έχει το μίασμα του Σκοτεινού. Καλύτερα να τον αφήσεις στα ερείπια και στους Τρόλοκ”.

“Άρα δεν έχετε χρήματα να πληρώσετε τα ναύλα σας. Δεν θα άφηνα ούτε τον ίδιο μου τον αδερφό να ταξιδέψει μαζί μου, αν δεν είχε να πληρώσει τα ναύλα του. Ειδικά αν έφερνε μαζί του Τρόλοκ, που θα μου έσπαζαν τις κουπαστές και θα μου έκοβαν τα ξάρτια. Γιατί να μη σας στείλω κολυμπώντας εκεί απ’ όπου ήρθατε, να απαλλαγώ από σας;”

“Θα μας έβγαζες στην όχθη;” είπε ο Ματ. “Που είναι γεμάτη Τρόλοκ;”

“Ποιος μίλησε για όχθη;” απάντησε ο Ντόμον ξερά. Τους κοίταξε εξεταστικά για λίγο, ύστερα άπλωσε τα χέρια στο τραπέζι. “Ο Μπέυλ Ντόμον είναι συζητήσιμος άνθρωπος. Δεν θα σας πετούσα από το πλοίο, αν βρισκόταν άλλος τρόπος. Τώρα βλέπω ότι ένας μαθητευόμενός σου έχει σπαθί. Χρειάζομαι ένα καλό σπαθί και, μιας και είμαι καλός άνθρωπος, γι’ αυτό εδώ θα σας πάω ως την Ασπρογέφυρα”.

Ο Θομ άνοιξε το στόμα και ο Ραντ μίλησε βιαστικά. “Όχι!” Ο Ταμ δεν του το είχε δώσει σαν εμπόρευμα. Άγγιξε τη λαβή, ένιωσε τον μπρούτζινο ερωδιό. Όσο το είχε, ήταν σαν να είχε μαζί του τον Ταμ.

Ο Ντόμον κούνησε το κεφάλι. “Ε, αν όχι, όχι. Αλλά ο Μπέυλ Ντόμον δεν μεταφέρει δωρεάν κανέναν, ούτε την ίδια του τη μητέρα”.

Ο Ραντ άδειασε απρόθυμα την τσέπη του. Δεν είχε πολλά πράγματα, λίγα χάλκινα μονάχα και το ασημένιο νόμισμα που του είχε δώσει η Μουαραίν. Το έδειξε στον καπετάνιο. Μετά από μια στιγμή, ο Ματ αναστέναξε και έκανε το ίδιο. Ο Θομ τους αγριοκοίταξε, αλλά αμέσως χαμογέλασε, τόσο γρήγορα, που ο Ραντ δεν ήταν σίγουρος αν είχε δει στ’ αλήθεια την προηγούμενη έκφρασή του.

Ο καπετάνιος Ντόμον τσίμπησε αμέσως τα δύο χοντρά ασημένια νομίσματα από τα χέρια των αγοριών και από ένα σεντούκι με μπρούτζινη επένδυση πίσω από το γραφείο του έβγαλε μια μικρή ζυγαριά και ένα σακούλι που κουδούνιζε. Μετά από προσεκτικό ζύγισμα, έριξε τα νομίσματα στην τσάντα και επέστρεψε στον καθένα τους κάποια μικρότερα αργυρά και χάλκινα νομίσματα. Κυρίως χάλκινα. “Ως την Ασπρογέφυρα”, είπε, καταχωρώντας το επιμελημένα σε ένα δερματόδετο καθολικό.

“Ακριβά τόσα ναύλα μονάχα ως την Ασπρογέφυρα”, είπε βαριά ο Θομ.

“Συν τις ζημιές στο σκάφος μου”, απάντησε γαλήνια ο καπετάνιος. “Ξανάβαλε τη ζυγαριά και το πουγκί στο σεντούκι και το έκλεισε με μια ικανοποιημένη έκφραση. “Συν κάτι επειδή μου φέρατε τους Τρόλοκ κι έτσι πρέπει να κατηφορίσω το ποτάμι νυχτιάτικα, εδώ που έχει πολλά ρηχά σημεία και μπορεί να προσαράξω”.