Выбрать главу

“Τι θα γίνει με τους άλλους;” ρώτησε ο Ραντ. “Θα τους πάρεις κι αυτούς; Τώρα θα έχουν φτάσει στο ποτάμι, ή θα φτάνουν όπου να ’ναι και θα δουν το φανάρι στο κατάρτι σου”.

Ο καπετάνιος Ντόμον σήκωσε έκπληκτος τα φρύδια. “Μπας και νομίζεις ότι στεκόμαστε ακίνητοι, άνθρωπε μου; Που να με φάει η μοίρα μου, είμαστε τρία, τέσσερα μίλια πιο κάτω στο ποτάμι από κει που ανεβήκατε. Οι δικοί μου είδαν Τρόλοκ κι άρπαξαν γερά τα κουπιά —ξέρουν τους Τρόλοκ καλύτερα απ’ όσο θα ’θελαν- και το ρεύμα επίσης βοηθάει. Αλλά δεν έχει σημασία. Απόψε δεν θα έδενα, ακόμα κι αν στην όχθη ήταν η γριά γιαγιά μου. Μπορεί να μην ξαναδέσω καθόλου ώσπου να φτάσω στην Ασπρογέφυρα. Χόρτασα Τρόλοκ να με κυνηγάνε πριν την αποψινή βραδιά και δεν θέλω να τους ξαναδώ, αν περνά από το χέρι μου”.

Ο Θομ έσκυψε μπροστά με ενδιαφέρον. “Είχες συναντήσει κι άλλοτε Τρόλοκ; Πρόσφατα;”

Ο Ντόμον δίστασε πριν απαντήσει και λοξοκοίταξε τον Θομ, αλλά όταν μίλησε φάνηκε απλώς αηδιασμένος. “Πέρασα το χειμώνα στη Σαλδαία, άνθρωπε μου. Δεν το θέλησα, αλλά ο ποταμός πάγωσε νωρίς και ο πάγος έσπασε αργά. Λένε από τους ψηλότερους πύργους του Μάραντον μπορείς να δεις τη Μάστιγα, αλλά δεν είχα διάθεση για τέτοια. Είχα ξαναβρεθεί εκεί και πάντα λέγανε για Τρόλοκ, που είχαν επιτεθεί σε κάποιο αγρόκτημα και άλλα τέτοια. Τον περασμένο χειμώνα, όμως, κάθε νύχτα καίγονταν αγροκτήματα. Ναι, και χωριά ολόκληρα, φορές-φορές. Ήρθαν ακόμα και μπροστά στα τείχη της πόλης. Και σαν να μην έφταναν αυτά, κάτι που έλεγε όλος ο κόσμος ήταν ότι ο Σκοτεινός σάλευε, ότι θα έρχονταν οι Τελευταίες Μέρες”. Ανατρίχιασε και έξυσε το κεφάλι του, σαν να του είχε φέρει φαγούρα η σκέψη. “Ανυπομονώ να γυρίσω στα μέρη που οι άνθρωποι περνούν τους Τρόλοκ για παραμύθια, που περνούν τις ιστορίες που λέω για ψέματα των ταξιδιωτών”.

Ο Ραντ έπαψε να τον ακούει. Κοίταξε τον απέναντι τοίχο και σκέφτηκε την Εγκουέν και τους άλλους. Δεν του φαινόταν σωστό να βρίσκεται στο Αφρόνερο, ενώ εκείνοι ήταν ακόμα κάπου εκεί έξω στο σκοτάδι. Η καμπίνα του καπετάνιου του φάνηκε να μην είναι πια τόσο άνετη.

Ξαφνιάστηκε, όταν ο Θομ τον τράβηξε να σηκωθεί. Ο Βάρδος έσπρωξε τον Ραντ και τον Ματ προς τη σκάλα, ζητώντας συγνώμη από τον καπετάνιο Ντόμον για τα χωριατάκια, Ο Ραντ ανέβηκε τη σκάλα δίχως κουβέντα.

Όταν έφτασαν στο κατάστρωμα, ο Θομ κοίταξε γοργά γύρω του για να βεβαιωθεί ότι δεν τους άκουγαν και μετά μούγκρισε, “Θα κατάφερνα να πληρώσουμε τα ναύλα μας με λίγα τραγούδια και ιστορίες, αν εσείς οι δύο δεν τρέχατε να του δείξετε το ασήμι”.

“Δεν είμαι σίγουρος”, είπε ο Ματ. “Μου φάνηκε ότι σοβαρολογούσε, όταν έλεγε ότι θα μας πετούσε στο ποτάμι”.

Ο Ραντ πλησίασε αργά το κάγκελο της κουπαστής και έγειρε πάνω του, κοιτάζοντας τον κατασκότεινο ποταμό. Δεν έβλεπε τίποτα, εκτός από τη μαυρίλα, ούτε καν τις όχθες. Μετά από λίγο ο Θομ ακούμπησε τον ώμο του, αλλά ο Ραντ δεν κουνήθηκε.

“Δεν μπορείς να κάνεις τίποτα, παλικάρι μου. Εκτός αυτού, μάλλον θα είναι ασφαλείς μαζί με... με τη Μουαραίν και τον Λαν τώρα πια. Ξέρεις κανέναν άλλον καλύτερον για να τους βγάλει από κει;”

“Προσπάθησα να την πείσω να μην έρθει”, είπε ο Ραντ.

“Έκανες ό,τι μπορούσες, παλικάρι μου. Κανένας δεν μπορεί να σου πει τίποτα”.

“Της είπα ότι θα τη φρόντιζα. Έπρεπε να προσπαθήσω κι άλλο”. Το τρίξιμο των κουπιών μαζί με το μουρμουρητό των ξαρτιών στον άνεμο γεννούσαν μια θρηνητική μελωδία. “Έπρεπε να προσπαθήσω κι άλλο”, ψιθύρισε.

21

Άκου τον Άνεμο

Η ανατολή, που σερνόταν στην επιφάνεια του ποταμού Αρινέλε, έφτασε και στο λάκκο κοντά στην ακροποταμιά, όπου η Νυνάβε έγερνε με την πλάτη, ακουμπισμένη στον κορμό μιας νεαρής βελανιδιάς κι ανάσαινε με τη βαθιά ανάσα του ύπνου. Και το άλογό της επίσης κοιμόταν, με τον τρόπο των αλόγων, με το κεφάλι σκυμμένο και τα πόδια απλωμένα. Τα γκέμια του ήταν τυλιγμένα στον καρπό της. Όταν το φως του ήλιου έπεσε στα βλέφαρα του αλόγου, το ζώο άνοιξε τα μάτια και σήκωσε το κεφάλι, τραβώντας τα χαλινάρια. Η Νυνάβε ξύπνησε ξαφνιασμένη.

Για μια στιγμή στάθηκε κοιτάζοντας, απορώντας πού βρισκόταν και μετά κοίταξε γύρω ακόμα πιο έκπληκτη. Αλλά το μόνο που υπήρχε ήταν τα δέντρα και το άλογό της και ένα χαλί από ξεραμένα φύλλα στο λάκκο. Στα πιο βαθιά, ανήλιαγα μέρη, μερικά από τα περσινά σκιόχειρα μανιτάρια σχημάτιζαν κύκλους σ’ ένα πεσμένο κορμό.

“Το Φως να σε φυλάει, γυναίκα”, μουρμούρισε, καθώς σωριαζόταν πίσω, “αν δεν μπορείς να μείνεις ξύπνια μια νύχτα”. Έλυσε τα γκέμια και έτριψε το χέρι της, καθώς σηκωνόταν όρθια. “Μπορεί να είχες ξυπνήσει στο τσουκάλι των Τρόλοκ”.