Τα πεσμένα φύλλα θρόιζαν, καθώς η Νυνάβε ανέβαινε στο χείλος του λάκκου για να κρυφοκοιτάξει γύρω. Ανάμεσα σ’ αυτήν και στο ποτάμι υπήρχαν μονάχα λίγες αραιές μελιές. Ο σκασμένος φλοιός και τα γυμνά κλαριά τους τις έκανε να μοιάζουν πεθαμένες. Παραπέρα κυλούσε το πλατύ γαλαζοπράσινο ποτάμι. Αδειο. Ολότελα άδειο. Σκόρπιες συστάδες από αειθαλή, ιτιές και έλατα, απλώνονταν στην απέναντι όχθη και έμοιαζαν να υπάρχουν συνολικά λιγότερα δέντρα απ’ όσα στη δική της πλευρά. Αν η Μουαραίν, ή κάποιος από τους νεαρούς ήταν εκεί πέρα, τότε κρύβονταν. Βεβαίως, δεν υπήρχε λόγος να διασχίσουν το ποτάμι, ή να προσπαθήσουν να το διασχίσουν, στο σημείο που έβλεπε μπροστά της. Θα μπορούσαν να είναι οπουδήποτε, δέκα μίλια πιο πάνω, ή πιο κάτω. Αν είναι ζωντανοί, μετά τα χτεσινοβραδινά.
Θυμωμένη με τον εαυτό της, που είχε σκεφτεί αυτή την πιθανότητα, ξανακατέβηκε στο λάκκο. Ούτε η Νύχτα του Χειμώνα, ούτε η μάχη πριν τη Σαντάρ Λογκόθ δεν την είχαν προετοιμάσει για την περασμένη νύχτα, γι’ αυτό το πράγμα, για το Μασάνταρ. Για τις στιγμές που κάλπαζε ξέφρενα, που αναρωτιόταν αν είχε μείνει κανείς άλλος ζωντανός, που αναρωτιόταν πότε θα βρισκόταν πρόσωπο με πρόσωπο με Ξέθωρο ή Τρόλοκ. Είχε ακούσει Τρόλοκ να μουγκρίζουν και να φωνάζουν μακριά της και οι τρεμουλιαστές στριγκλιές των κεράτων των Τρόλοκ την είχαν κάνει να νιώσει παγωνιά, τόσο βαθιά που δεν συγκρινόταν με το φύσημα του ανέμου, αλλά, μετά την πρώτη εκείνη συνάντηση στα ερείπια, είχε δει Τρόλοκ μονάχα μια φορά και τότε ήταν έξω από τα τείχη. Περίπου δέκα από δαύτους είχαν φανεί να ξεπηδούν από το χώμα, ούτε τριάντα απλωσιές μπροστά της και είχαν αρχίσει αμέσως να τρέχουν προς το μέρος της, τσιρίζοντας και φωνάζοντας, ανεμίζοντας κοντάρια με γάντζους. Μόλις όμως η Νυνάβε έστριψε το άλογά της, οι Τρόλοκ σώπασαν και ύψωσαν τις μουσούδες για να μυρίσουν τον αέρα. Εκείνη στάθηκε, κοιτάζοντάς τους, τόσο σαστισμένη που δεν μπορούσε να τρέξει και χους είδε να γυρνούν την πλάτη και να χάνονται στη νύχτα. Κι αυτό ήταν το πιο τρομερό απ’ όλα.
“Ξέρουν την οσμή αυτού που θέλουν”, είπε στο άλογά της, καθώς στεκόταν στο λάκκο, “και δεν είμαι εγώ. Φαίνεται πως η Άες Σεντάι έχει δίκιο, που να την καταπιεί ο Ποιμένας της Νυκτός”.
Κατέληξε σε μια απόφαση και ξεκίνησε κατηφορίζοντας το ποτάμι, οδηγώντας το άλογό της πεζή. Προχώρησε αργά, κοιτάζοντας επιφυλακτικά το δάσος γύρω της· μπορεί την περασμένη νύχτα να μην την ήθελαν οι Τρόλοκ, αυτό όμως δεν σήμαινε πως θα την άφηναν, αν ξανάπεφτε πάνω τους. Όσο πρόσεχε τα δέντρα γύρω της, άλλο τόσο πρόσεχε και το έδαφος μπροστά της. Αν οι άλλοι είχαν περάσει το ποτάμι σε κάποιο σημείο πιο κάτω, θα έβλεπε κάποια σημάδια τους, σημάδια που ίσως να τα έχανε από την πλάτη του αλόγου. Ίσως και να τους έβρισκε όλους μαζεμένους από αυτή την πλευρά. Αν δεν έβρισκε κανέναν, το ποτάμι τελικά θα την έβγαζε στην Ασπρογέφυρα και υπήρχε δρόμος από την Ασπρογέφυρα ως στο Κάεμλυν, ίσαμε την Ταρ Βάλον, αν χρειαζόταν.
Αυτή η προοπτική, σχεδόν, την έκανε να δειλιάσει. Πιο πριν, ούτε η ίδια ούτε τα αγόρια δεν είχαν απομακρυνθεί πολύ από το Πεδίο του Έμοντ. Το Τάρεν Φέρυ της είχε φανεί παράξενο· στο Μπάερλον θα στεκόταν κοιτάζοντας με θαυμασμό, αν δεν είχε βάλει στο νου της να βρει την Εγκουέν και τους άλλους. Αλλά δεν θα άφηνε τίποτα να λυγίσει την αποφασιστικότητά της. Κάποια στιγμή θα έβρισκε την Εγκουέν και τα αγόρια. Ή θα έβρισκε τρόπο να λογοδοτήσει η Άες Σεντάι γι’ αυτό που τους είχε συμβεί. Ορκίστηκε πως θα έκανε ή το ένα, ή το άλλο.
Ανά διαστήματα έβρισκε ίχνη, άφθονα ίχνη, παρά την προσπάθειά της, όμως, συνήθως δεν μπορούσε να βρει, αν αυτοί που είχαν αφήσει τα ίχνη έψαχναν, καταδίωκαν, ή καταδιώκονταν. Μερικά είχαν γίνει από μπότες, που μπορεί να ανήκαν είτε σε ανθρώπους, είτε σε Τρόλοκ. Αλλα ήταν ίχνη από πόδια ζώων, όπως κατσίκες ή βόδια· αυτά σίγουρα ανήκαν σε Τρόλοκ. Αλλά δεν έβρισκε ούτε ένα σαφές σημάδι, για το οποίο να είναι σίγουρη ότι είχε γίνει από αυτούς που αναζητούσε.
Είχε διανύσει ίσως τέσσερα μίλια, όταν ο άνεμος της έφερε οσμή καπνού. Της φαινόταν πως ερχόταν από πιο κάτω στο ποτάμι και ότι δεν απείχε πολύ. Δίστασε μονάχα για μια στιγμή και μετά έδεσε το άλογό της σε ένα έλατο, μακριά από το ποτάμι, σε μια μικρή, πυκνή συστάδα αειθαλών, που θα έκρυβαν το ζώο. Ο καπνός ίσως σήμαινε Τρόλοκ, αλλά ο μόνος τρόπος για να μάθει θα ήταν να δει. Προσπάθησε να μην σκεφτεί τι ίσως θα έκαναν οι Τρόλοκ με τη φωτιά.
Προχώρησε μισοσκυμμένη από δέντρο σε δέντρο, βρίζοντας από μέσα της τις φούστες, που έπρεπε να τις κρατά ψηλά. Τα φορέματα δεν είχαν φτιαχτεί για ενέδρες. Ο ήχος ενός αλόγου την έκανε να πάει πιο αργά και, όταν τελικά κρυφοκοίταξε επιφυλακτικά γύρω από τον κορμό μιας μελίας, ο Πρόμαχος ξεπέζευε από το μαύρο πολεμικό άτι του, σε ένα μικρό ξέφωτο στην όχθη. Η Άες Σεντάι καθόταν σε ένα κούτσουρο πλάι σε μια μικρή φωτιά, στην οποία ένα κατσαρολάκι μόλις είχε αρχίσει να βράζει. Η άσπρη φοράδα της ήταν πίσω της και βοσκούσε στα αραιά αγριόχορτα. Η Νυνάβε έμεινε εκεί που ήταν.