Выбрать главу

“Όλοι έφυγαν”, ανακοίνωσε ο Λαν με σκοτεινό ύφος. “Τέσσερις Ημιάνθρωποι ξεκίνησαν προς το νότο δύο ώρες πριν την αυγή, απ’ όσο μπορώ να καταλάβω —δεν αφήνουν πολλά ίχνη πίσω τους- αλλά οι Τρόλοκ εξαφανίστηκαν. Ακόμα και τα πτώματα και είναι γνωστό πως οι Τρόλοκ δεν παίρνουν μαζί τους νεκρούς τους. Εκτός αν πεινούν”.

Η Μουαραίν έριξε στο νερό που έβραζε μια χούφτα από κάτι που δεν φάνηκε καλά και κατέβασε το κατσαρολάκι από τη φωτιά. “Θα μπορούσαμε να ελπίσουμε ότι γύρισαν στη Σαντάρ Λογκόθ και τους κατάπιε, αλλά αυτές οι ευχές δεν βγαίνουν”.

Η Νυνάβε μύρισε την υπέροχη μυρωδιά του τσαγιού. Φως μου, ας μην γουργουρίσει το στομάχι μου.

“Δεν υπήρχαν καθαρά σημάδια από τα αγόρια, ούτε από τους άλλους. Τα ίχνη είναι πολύ μπερδεμένα και δεν λένε τίποτα”. Η Νυνάβε χαμογέλασε από την κρυψώνα της. Η αποτυχία του Πρόμαχου εν μέρει δικαίωνε και τη δική της. “Μα το άλλο είναι σημαντικό, Μουαραίν”, είπε ο Λαν, σμίγοντας τα φρύδια. Έκανε νόημα ότι δεν ήθελε το τσάι που του πρόσφερε η Άες Σεντάι και άρχισε να κόβει βόλτες μπροστά στη φωτιά, με ένα χέρι στη λαβή του σπαθιού, ενώ ο μανδύας του άλλαζε χρώματα καθώς πηγαινοερχόταν. “Θα μπορούσα να δεχτώ την εμφάνιση των Τρόλοκ στους Δύο Ποταμούς, ακόμα και εκατό Τρόλοκ. Μα τέτοιο πράγμα; Χτες πρέπει να μας κυνηγούσαν, το λιγότερο, χίλιοι”.

“Ήμασταν τυχεροί που δεν έμειναν όλοι για να ψάξουν στη Σαντάρ Λογκόθ. Οι Μυρντράαλ πρέπει να αμφέβαλλαν για το εάν θα μπορούσαμε να κρυφτούμε εκεί, αλλά, επίσης, φοβόντουσαν να γυρίσουν στο Σάγιολ Γκουλ χωρίς να έχουν ερευνήσει κάθε ενδεχόμενο. Ο Σκοτεινός ποτέ δεν ήταν ανεκτικός αφέντης”.

“Μην υπεκφεύγεις. Καταλαβαίνεις τι λέω. Αν αυτοί οι χίλιοι ήταν εδώ για να σταλούν στους Δύο Ποταμούς, τότε γιατί δεν στάλθηκαν; Υπάρχει μόνο μια απάντηση. Στάλθηκαν μόνο αφού περάσαμε τον Τάρεν, όταν έγινε γνωστό ότι ένας Μυρντράαλ και εκατό Τρόλοκ δεν αρκούν πια. Πώς; Πώς τους έστειλαν; Αν μπορούν να μεταφερθούν χίλιοι Τρόλοκ σε τόση απόσταση στα νότια της Μάστιγας, τόσο γρήγορα, αθέατοι —για να μην αναφέρω ότι τους πήραν πίσω με τον ίδιο τρόπο- μπορούν δέκα χιλιάδες να σταλούν στην καρδιά της Σαλδαίας, ή του Αραφελ, ή του Σίναρ; Οι Μεθόριες μπορεί να πέσουν μέσα σ’ ένα χρόνο”.

“Όλος ο κόσμος θα πέσει σε πέντε χρόνια, αν δεν βρούμε αυτά τα αγόρια”, είπε απλά η Μουαραίν. “Το ερώτημα με ανησυχεί κι εμένα, αλλά δεν έχω απαντήσεις. Οι Οδοί είναι κλειστές και από τον Καιρό της Τρέλας έχει να εμφανιστεί Άες Σεντάι που να μπορεί να Ταξιδέψει. Εκτός, αν έχει λυθεί κάποιος από τους Αποδιωγμένους —το Φως ας δώσει να μην γίνει αυτό, ούτε τώρα, ούτε ποτέ- ακόμα δεν υπάρχει κανείς που να μπορεί. Δεν νομίζω πως όλοι οι Αποδιωγμένοι μαζί μπορούν να μετακινήσουν χίλιους Τρόλοκ. Ας ασχοληθούμε με τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε εδώ και τώρα· όλα τα άλλα μπορούν να περιμένουν”.

“Τα αγόρια”. Δεν ήταν ερώτηση.

“Δεν καθόμουν αργόσχολη όσο έλειπες. Ο ένας είναι στην άλλη πλευρά του ποταμού, ζωντανός. Όσο για τους άλλους, υπήρχε ένα αμυδρό ίχνος πιο κάτω στο ποτάμι, αλλά έσβησε τη στιγμή που το έβρισκα. Ο δεσμός ήταν κομμένος ώρες πριν αρχίσω την ερευνά μου”.

Η Νυνάβε, εκεί που ζάρωνε πίσω από το δέντρο της, έσμιξε τα φρύδια μπερδεμένη.

Ο Λαν σταμάτησε να βηματίζει. “Νομίζεις πως τους έχουν οι Ημιάνθρωποι που πάνε προς το νότο;”

“Ίσως”. Η Μουαραίν έβαλε ένα φλιτζάνι τσάι πριν συνεχίσει. “Αλλά δεν δέχομαι την πιθανότητα να είναι νεκροί. Δεν μπορώ. Δεν τολμώ. Ξέρεις πόσα διακυβεύονται. Πρέπει να βρω αυτούς τους νεαρούς. Το ότι θα τους κυνηγήσει το Σάγιολ Γκουλ, αυτό το αναμένω. Τις αντιδράσεις εντός του Λευκού Πύργου, ακόμα και από την Έδρα της Αμερλιν, αυτό το αποδέχομαι. Πάντα υπάρχουν Άες Σεντάι που δέχονται μονάχα μια λύση. Αλλά...” Ξαφνικά ακούμπησε κάτω το φλιτζάνι της και ίσιωσε το κορμί, κάνοντας μια γκριμάτσα. “Αν πολυκοιτάς το λύκο”, μουρμούρισε, “το ποντίκι θα σε δαγκώσει στον αστράγαλο”. Και κοίταξε κατευθείαν το δέντρο πίσω από το οποίο κρυβόταν η Νυνάβε. “Κυρά αλ’Μεάρα, τώρα μπορείς να βγεις, αν θέλεις”.

Η Νυνάβε σηκώθηκε αδέξια όρθια, τινάζοντας βιαστικά τα πεσμένα φύλλα από το φόρεμά της. Ο Λαν είχε γυρίσει για να αντικρίσει το δέντρο μόλις είχαν κινηθεί τα μάτια της Μουαραίν το σπαθί ήταν στα χέρια του, πριν εκείνη πει όλο το όνομα της Νυνάβε. Τώρα το θηκάρωσε πάλι, πιο δυνατά απ’ όσο ήταν απολύτως αναγκαίο. Το πρόσωπό του ήταν, σχεδόν, εξίσου ανέκφραστο όπως πάντα, αλλά της Νυνάβε της φάνηκε πως το στόμα του φανέρωνε κάποιο ίχνος δυσαρέσκειας. Ένιωσε κάποια ικανοποίηση· τουλάχιστον ο Πρόμαχος δεν την είχε καταλάβει.