Η ικανοποίηση όμως κράτησε μονάχα μια στιγμή. Κάρφωσε το βλέμμα στη Μουαραίν και προχώρησε προς το μέρος της αποφασισμένα. Ήθελε να μείνει παγερή και γαλήνια, αλλά η φωνή της έτρεμε από θυμό. “Που έμπλεξες τώρα την Εγκουέν και τα αγόρια; Σε ποια βρώμικα σχέδια των Άες Σεντάι σκοπεύεις να τα χρησιμοποιήσεις;”
Η Άες Σεντάι σήκωσε το φλιτζάνι της και ήπιε ήρεμα το τσάι της. Όταν όμως η Νυνάβε είχε πλησιάσει αρκετά, ο Λαν άπλωσε το χέρι για να της κλείσει το δρόμο. Αυτή προσπάθησε να παραμερίσει το εμπόδιο και ξαφνιάστηκε που το μπράτσο του Πρόμαχου έμεινε αλύγιστο, σαν να ήταν κλαδί βελανιδιάς. Δεν ήταν ασθενική γυναίκα, αλλά οι μύες του ήταν σαν σίδερο.
“Τσάι;” είπε ευγενικά η Μουαραίν.
“Όχι, δεν θέλω τσάι. Δεν θα έπινα το τσάι σου, ακόμα κι αν πέθαινα της δίψας. Δεν θα μπλέξεις ανθρώπους από το Πεδίο του Έμοντ στα βρώμικα σχέδια των Άες Σεντάι”.
“Δεν έχεις περιθώριο για να μιλάς, Σοφία”. Η Μουαραίν έδειχνε να την ενδιαφέρει περισσότερο το καυτό τσάι της, παρά αυτά που έλεγε. “Μπορείς κι εσύ να χειριστείς τη Μία Δύναμη, κατά κάποιον τρόπο”.
Η Νυνάβε έσπρωξε πάλι το μπράτσο του Λαν εκείνο πάλι δεν σάλεψε κι αυτή αποφάσισε να το αγνοήσει. “Γατί δεν ισχυρίζεσαι καλύτερα ότι είμαι Τρόλοκ;”
Το χαμόγελο της Μουαραίν έδειχνε τόση κατανόηση, που η Νυνάβε θέλησε να τη χτυπήσει. “Νομίζεις ότι θα είμαι πρόσωπο με πρόσωπο με μια γυναίκα, που μπορεί να αγγίξει την Αληθινή Πηγή, έστω και περιστασιακά, χωρίς να την καταλάβω; Όπως εσύ ένιωσες τις δυνατότητες που έχει η Εγκουέν. Πώς νομίζεις κατάλαβα ότι ήσουν πίσω από το δέντρο; Αν δεν είχα άλλα στο νου μου, θα σε καταλάβαινα μόλις με πλησίαζες. Οπωσδήποτε δεν ήσουν Τρόλοκ, αφού δεν είχα νιώσει το κακό του Σκοτεινού. Τι αισθάνθηκα λοιπόν, Νυνάβε αλ’Μεάρα, Σοφία του Πεδίου του Έμοντ και εν αγνοία χειρίστρια τη Μίας Δύναμης;”
Ο Λαν κοιτούσε τη Νυνάβε με τρόπο που δεν της άρεσε· με απορία και εικασίες στο βλέμμα, όπως της φαινόταν, αν και τίποτα δεν είχε αλλάξει στο πρόσωπό του, εκτός από τα μάτια του. Η Εγκουέν ήταν πράγματι ξεχωριστή· αυτό το ήξερε ανέκαθεν. Η Εγκουέν θα γινόταν θαυμάσια Σοφία. Ο ένας βοηθά τον άλλο, σκέφτηκε και πάνε να με μπερδέψουν. “Δεν ακούω άλλα τέτοια. Αν—”
“Πρέπει να ακούσεις”, είπε η Μουαραίν με σταθερή φωνή. “Είχα τις υποψίες μου στο Πεδίο του Έμοντ, πριν ακόμα σε συναντήσω. Οι άνθρωποι μου είπαν πόσο ταραγμένη ήταν η Σοφία, που δεν είχε προβλέψει το βαρύ χειμώνα και την αργοπορία της άνοιξης. Μου είπαν πόσο καλή ήταν για να προβλέπει τον καιρό, για να βλέπει τα σημάδια των σπαρτών. Μου είπαν πόσο καταπληκτικά ήταν τα γιατρικά της και πως, μερικές φορές, θεράπευε τραύματα που σε αφήνουν ανάπηρο, τόσο καλά που δεν απέμενε ούτε καν ουλή, ούτε κάποια χωλότητα, ή έστω σουβλιές. Η μόνη κακή κουβέντα που άκουσα για σένα ήταν από κάποιες, που πίστευαν πως παραήσουν νέα για τέτοια ευθύνη και αυτό μονάχα δυνάμωσε τις υποψίες μου. Τόση ικανότητα από τόσο μικρή”.
“Η κυρά Μπάραν με δίδαξε καλά”. Προσπάθησε να κοιτάξει τον Λαν, αλλά τα μάτια του ακόμα την έκαναν να νιώθει αμηχανία κι έτσι συμβιβάστηκε με το να κοιτάξει το ποτάμι πάνω από το κεφάλι της Άες Σεντάι. Πώς τολμούν να κουτσομπολεύουν μπροστά σε ξενομερίτισσα! “Ποια είπε ότι παραήμουν νέα;” απαίτησε να μάθει.
Η Μουαραίν χαμογέλασε, αρνήθηκε να αλλάξει θέμα. “Αντίθετα από τις περισσότερες γυναίκες, που ισχυρίζονται ότι ακούν τον άνεμο, εσύ πραγματικά μπορείς να τον ακούσεις, μερικές φορές. Α, δεν έχει σχέση με τον άνεμο, φυσικά. Είναι από τον Αέρα και το Νερό. Δεν είναι κάτι που πρέπει να διδαχθείς· γεννήθηκες μ’ αυτό, όπως και η Εγκουέν γεννήθηκε μ’ αυτό. Αλλά έμαθες να το χειρίζεσαι, κάτι που αυτή δεν έχει μάθει ακόμα. Δύο λεπτά μετά τη στιγμή που βρεθήκαμε πρόσωπο με πρόσωπο, το ήξερα. Θυμάσαι που ξαφνικά σε ρώτησα αν είσαι η Σοφία; Γιατί το έκανα, λες; Δεν υπήρχε τίποτα που να σε ξεχωρίζει από τα άλλα όμορφα κορίτσια που ετοιμάζονταν για τη Γιορτή. Ακόμα και όταν έψαχνα για μια νεαρή Σοφία, περίμενα να δω κάποιον με τα διπλά σου χρόνια”.
Η Νυνάβε θυμόταν πολύ καλά τη συνάντησή τους· αυτή η γυναίκα, που είχε περισσότερη αυτοκυριαρχία από κάθε γυναίκα του Κύκλου των Γυναικών, που φορούσε το πιο ωραίο φόρεμα που είχε δει ποτέ η Νυνάβε, της είχε απευθυνθεί σαν σε παιδί. Ύστερα η Μουαραίν είχε ανοιγοκλείσει τα μάτια απότομα, σαν να είχε εκπλαγεί από κάτι και, θαρρείς στα κουτουρού, την είχε ρωτήσει...
Έγλειψε τα χείλη της, που ξαφνικά είχαν ξεραθεί. Την κοίταζαν και οι δύο, ο Πρόμαχος με πρόσωπο ανέκφραστο σαν πέτρα, η Άες Σεντάι με συμπόνια, αλλά και προσοχή. Η Νυνάβε κούνησε το κεφάλι. “Όχι! Όχι, είναι αδύνατον. Θα το ήξερα. Πας να με κοροϊδέψεις και δεν θα το καταφέρεις”.