“Φυσικά και δεν το ξέρεις”, είπε με καθησυχαστικό ύφος η Μουαραίν. “Γιατί να το υποπτευθείς; Όλη σου τη ζωή σου έλεγαν ότι ακούς τον άνεμο. Όπως και να ’χει, θα ήταν εξίσου αδιανόητο να ανακοινώσεις στους συγχωριανούς σου ότι είσαι Σκοτεινόφιλη, όσο και το να παραδεχθείς, ακόμα και στα βάθη του μυαλού σου, ότι έχεις κάποια σχέση με τη Μία δύναμη, ή με τις φρικτές Άες Σεντάι”. Μια έκφραση ευθυμίας πέρασε από το πρόσωπό της. “Αλλά μπορώ να σου πω πώς άρχισε”.
“Δεν θέλω ν’ ακούσω άλλο τα ψέματά σου”, είπε, αλλά η Άες Σεντάι συνέχισε.
“Ίσως πριν από οκτώ ή δέκα χρόνια —η ηλικία ποικίλλει, αλλά πάντα η αρχή γίνεται από τα νεαρά χρόνια- υπήρχε κάτι, που ήθελες περισσότερο από κάθε τι άλλο στον κόσμο, κάτι που χρειαζόσουν. Και το απόκτησες. Ένα κλαδί, που έπεσε έτσι ώστε κατάφερες να βγεις από τη λιμνούλα αντί να πνιγείς. Ένας φίλος, ή ένα αγαπημένο ζωάκι, που ανάρρωσε, όταν όλοι οι άλλοι πίστευαν πως θα πέθαινε.
“Δεν ένιωσες κάτι ξεχωριστό τότε, αλλά μια βδομάδα, ή δέκα μέρες αργότερα είχες την πρώτη αντίδραση σου στο άγγιγμα της Αληθινής Πηγής. Ίσως πυρετό και ρίγη, που ήρθαν ξαφνικά και σε έριξαν στο κρεβάτι και ύστερα εξαφανίστηκαν μετά από λίγες μόνο ώρες. Καμία από τις αντιδράσεις, οι οποίες ποικίλλουν, δεν διαρκεί πάνω από λίγες ώρες. Μπορεί να ένιωθες πονοκεφάλους και μουδιάσματα και ευθυμία, όλα ανάκατα, να έκανες ανόητα, ριψοκίνδυνα πράγματα, ή να φερόσουν επιπόλαια. Είχες κρίση ζαλάδας, σκόνταφτες και παραπατούσες όταν πήγαινες να κουνηθείς, δεν μπορούσες να πεις μια φράση δίχως να μπερδέψεις τα λόγια σου. Υπάρχουν κι άλλα. Θυμάσαι;”
Η Νυνάβε κάθισε απότομα στο χώμα· τα πόδια της δεν την κρατούσαν. Τα θυμόταν, αλλά κούνησε το κεφάλι. Πρέπει να ήταν σύμπτωση. Ή η Μουαραίν είχε κάνει περισσότερες ερωτήσεις στο Πεδίο του Έμοντ απ’ όσες πίστευε. Η Άες Σεντάι είχε κάνει πάρα πολλές ερωτήσεις. Αυτό πρέπει ήταν. Ο Λαν της άτιλωσε το χέρι, αλλά η Νυνάβε δεν το είδε.
“Υπάρχουν κι άλλα”, είπε η Μουαραίν, όταν η Νυνάβε έμεινε σιωπηλή. “Κάποια στιγμή χρησιμοποίησες τη Δύναμη για να Θεραπεύσεις, είτε τον Πέριν, είτε την Εγκουέν. Έτσι αναπτύσσεται κάποια συνάφεια. Μπορεί να νιώσει κανείς την παρουσία κάποιου, τον οποίο έχει Θεραπεύσει. Στο Μπάερλον ήρθες κατευθείαν στο Ελάφι και το Λιοντάρι, αν και δεν ήταν το πιο κοντινό πανδοχείο, απ’ όποια πύλη και αν μπήκες. Από τους ανθρώπους του Πεδίου του Έμοντ, μονάχα ο Πέριν και η Εγκουέν ήταν στο πανδοχείο όταν έφτασες. Ήταν ο Πέριν, ή η Εγκουέν; Ή και οι δύο;”
“Η Εγκουέν”, μουρμούρισε η Νυνάβε. Πάντα έπαιρνε για δεδομένο ότι μερικές φορές καταλάβαινε ποιος την πλησίαζε, ακόμα κι όταν δεν τον έβλεπε· μόνο τώρα συνειδητοποιούσε ότι πάντα ήταν κάποιος, στον οποίο τα γιατρικά της είχαν φέρει θαυματουργά αποτελέσματα. Και η Νυνάβε πάντα ήξερε πότε τα φάρμακα θα δούλευαν πέρα από κάθε προσδοκία, πάντα ένιωθε τη βεβαιότητα, όταν έλεγε ότι η σοδειά θα ήταν ιδιαίτερα καλή, ή ότι οι βροχές θα έρχονταν νωρίς, ή αργά. Της φαινόταν ότι αυτό ήταν το κανονικό. Λεν άκουγαν όλες οι Σοφίες τον άνεμο, αλλά οι καλύτερες μπορούσαν. Έτσι έλεγε πάντα η κυρά Μπάραν, ακριβώς όπως έλεγε ότι η Νυνάβε θα γινόταν μια από τις καλύτερες”
“Είχε κοκαλοσπάστη πυρετό”. Είχε το κεφάλι της σκυμμένο και μιλούσε στο χώμα. “Ήμουν ακόμα μαθητευόμενη της κυράς Μπάραν και με είχε βάλει να προσέχω την Εγκουέν. Ήμουν μικρή και δεν ήξερα ότι η Σοφία είχε φροντίσει για όλα. Είναι φοβερό να τον βλέπεις, τον κοκαλοσπάστη πυρετό. Το κορίτσι ήταν μούσκεμα στον ιδρώτα, βογκούσε και σπαρταρούσε, έλεγα ότι θα ακούσω τα κόκαλά της να σπάνε. Η κυρά Μπάραν μου είχε πει ότι ο πυρετός θα καταλάγιαζε σε μια μέρα, δύο το πολύ, αλλά νόμιζα ότι μου το έλεγε από καλοσύνη. Νόμιζα ότι η Εγκουέν πέθαινε. Την πρόσεχα μερικές φορές, τότε που ακόμα μάθαινε να περπατά —όταν η μητέρα της είχε δουλειές- και έβαλα τα κλάματα, επειδή θα την έβλεπα να πεθαίνει. Όταν η κυρά Μπάραν γύρισε μετά από μια ώρα, ο πυρετός είχε καταλαγιάσει. Ξαφνιάστηκε, αλλά έκανε μεγαλύτερη φασαρία για μένα παρά για την Εγκουέν. Πάντα νόμιζα ότι πίστευε πως είχα δώσει κάτι στο παιδί και φοβόμουν να το παραδεχτώ. Πάντα νόμιζα πως προσπαθούσε να με παρηγορήσει, να μου πει ότι ήξερε πως δεν είχα κάνει κακό στην Εγκουέν. Μια βδομάδα μετά σωριάστηκα στο πάτωμα, εκεί στο καθιστικό της. Έτρεμα και καιγόμουν. Με έβαλε στο κρεβάτι και με κουκούλωσε, αλλά, μέχρι την ώρα του βραδινού, όλα είχαν χαθεί”.
Έκρυψε το κεφάλι με τα χέρια της όταν σταμάτησε να μιλά. Η Άες Σεντάι διάλεξε καλό παράδειγμα, σκέφτηκε. Το Φως να την κάψει! Χρησιμοποίησα τη Δύναμη, σαν Άες Σεντάι. Σαν μια ελεεινή, Σκοτεινόφιλη Άες Σεντάι!