“Ήσουν πολύ τυχερή”, είπε η Μουαραίν και η Νυνάβε ανακάθισε. Ο Λαν αποτραβήχτηκε, σαν να μην ήταν δική του δουλειά αυτά που συζητούσαν και άρχισε να ασχολείται με τη σέλα του Μαντάρμπ, χωρίς να τις κοιτάζει καν.
“Τυχερή!”
“Έχεις καταφέρει να αποκτήσεις κάποιον υποτυπώδη έλεγχο στη Δύναμη, έστω κι αν αγγίζεις εντελώς τυχαία την Αληθινή Πηγή. Αν δεν το είχες κάνει, τελικά θα σε σκότωνε. Όπως και, κατά πάσα πιθανότητα, θα σκοτώσει την Εγκουέν, αν την εμποδίσεις να πάει στην Ταρ Βάλον”.
“Αν μάθω να το ελέγχω...” Η Νυνάβε ξεροκατάπιε. Ήταν σαν να παραδέχεται ξανά ότι μπορούσε να κάνει αυτό που έλεγε η Άες Σεντάι. “Αν έμαθα να το ελέγχω, τότε μπορεί να το κάνει κι αυτή. Δεν είναι ανάγκη να πάει στην Ταρ Βάλον και να μπλεχτεί στις ίντριγκες σας”.
Η Μουαραίν κούνησε το κεφάλι της αργά. “Οι Άες Σεντάι ψάχνουμε μεθοδικά, όχι μόνο για τους άνδρες που μπορούν να αγγίξουν την Αληθινή Πηγή, αλλά και για τις γυναίκες που το κάνουν. Δεν είναι από την επιθυμία να αυξήσουμε τους αριθμούς μας —ή τουλάχιστον όχι μόνο απ’ αυτήν- και ούτε από το φόβο, μήπως αυτές οι γυναίκες κακομεταχειριστούν τη Δύναμη. Ο υποτυπώδης έλεγχος της Δύναμης, που ίσως αποκτήσουν, αν το Φως λάμψει πάνω τους, σπανίως αρκεί για να προξενήσει μεγάλες ζημιές, ειδικά αφού το άγγιγμα της Πηγής μπορεί να γίνει μόνο κατόπιν διδασκαλίας και συμβαίνει μόνο σποραδικά. Και, φυσικά, δεν υποφέρουν από την τρέλα, που ωθεί τους άνδρες στο κακό, ή στην πλάνη. Θέλουμε να σώσουμε τη ζωή τους. Τη ζωή εκείνων που δεν κατορθώνουν να το ελέγξουν”.
“Ο πυρετός και τα ρίγη που είχα πάθει δεν θα σκότωναν κανέναν, στις τρεις-τέσσερις ώρες που κράτησαν”, επέμεινε η Νυνάβε. “Ούτε και από τα άλλα που είχα θα πάθαινε κανείς τίποτα. Μετά από μερικούς μήνες έπαψαν. Τι λες γι’ αυτό;”
“Αυτά ήταν απλώς αντιδράσεις”, είπε η Μουαραίν υπομονετικά. “Κάθε φορά η αντίδραση έρχεται όλο και πιο σύντομα μετά το άγγιγμα της Πηγής, ώσπου αυτά τα δύο συμβαίνουν σχεδόν ταυτόχρονα. Από κει και μετά δεν υπάρχουν ορατές αντιδράσεις, αλλά είναι σαν ρολόι που άρχισε να χτυπά. Ένας χρόνος. Δύο χρόνια. Ξέρω γυναίκα που άντεξε πέντε χρόνια. Από τις τέσσερις, που έχουν εκ γενετής την ικανότητα που διαθέτετε εσύ και η Εγκουέν, οι τρεις πεθαίνουν, αν δεν τις βρούμε για να τις εκπαιδεύσουμε. Δεν είναι θάνατος φρικτός, σαν των ανδρών, αλλά δεν είναι κι ωραίος, αν μπορεί να μιλήσει κανείς έτσι για το θάνατο. Σπασμοί. Ουρλιαχτά. Διαρκεί μέρες και από τη στιγμή που θα αρχίσει τίποτα δεν μπορεί να το σταματήσει, ούτε ακόμα και όλες μαζί οι Άες Σεντάι στην Ταρ Βάλον”.
“Λες ψέματα. Τόσες ερωτήσεις έκανες στο Πεδίο του Έμοντ. Έμαθες για τον πυρετό της Εγκουέν, για τον πυρετό και τα ρίγη μου, για τα πάντα. Αυτά που λες τα έβγαλες από το νου σου”.
“Ξέρεις πως δεν είναι έτσι”, είπε η Μουαραίν με απαλή φωνή.
Απρόθυμα, πιο απρόθυμα απ’ ό,τι άλλο είχε κάνει ποτέ στη ζωή της, η Νυνάβε ένευσε. Ήταν μια τελευταία πεισματική απόπειρα να αρνηθεί το ολοφάνερο κι αυτό ποτέ δεν βγαίνει σε καλό, όσο δυσάρεστο κι αν είναι. Η πρώτη μαθητευόμενη της κυράς Μπάραν είχε πεθάνει με τον τρόπο που έλεγε η Άες Σεντάι, όταν η Νυνάβε έπαιζε ακόμα με τις κούκλες της και υπήρχε η περίπτωση μιας κοπελίτσας στο Ντέβεν Ράιντ, πριν λίγα μόλις χρόνια. Ήταν κι εκείνη μαθητευόμενη Σοφία και μπορούσε ν’ ακούσει τον άνεμο.
“Νομίζω πως έχεις μεγάλες δυνατότητες”, συνέχισε η Μουαραίν. “Με την εκπαίδευση μπορεί να γίνεις πιο ισχυρή κι από την Εγκουέν και πιστεύω πως αυτή μπορεί να γίνει μια από τις πιο ισχυρές Άες Σεντάι που έχουμε δει εδώ και αιώνες”.
Η Νυνάβε έκανε να απομακρυνθεί από την Άες Σεντάι σαν να έβλεπε φίδι. “Όχι! Δεν θέλω να έχω καμία σχέση με-” Με τι; Με τον εαυτό μου; Το κορμί της ζάρωσε, και η φωνή της ακούστηκε διστακτική. “Θα σου ζητήσω να μην το πεις σε κανέναν. Σε παρακαλώ”. Η λέξη σκάλωσε στο λαιμό της. Θα προτιμούσε να φανούν μπροστά της Τρόλοκ, παρά να αναγκαστεί να παρακαλέσει αυτή τη γυναίκα. Αλλά η Μουαραίν απλώς ένευσε και η Νυνάβε αναθάρρησε λιγάκι. “Τίποτα απ’ όσα είπες δεν εξηγεί τι θες από τον Ραντ και τον Ματ και τον Πέριν”.
“Τους θέλει ο Σκοτεινός”, απάντησε η Μουαραίν. “Όταν ο Σκοτεινός θέλει κάτι, εγώ θέλω το αντίθετο. Υπάρχει απλούστερος λόγος, ή καλύτερος;” Ήπιε τις τελευταίες γουλιές που είχαν μείνει από το τσάι της, κοιτάζοντας τη Νυνάβε πάνω από το χείλος του φλιτζανιού. “Λαν, πρέπει να πηγαίνουμε. Προς το νότο, νομίζω. Φοβάμαι πως η Σοφία δεν θα μας συνοδεύσει”.
Η Νυνάβε έσφιξε τα χείλη, ακούγοντας τον τρόπο που η Άες Σεντάι είχε πει “Σοφία”· έμοιαζε να υπαινίσσεται πως η Νυνάβε γυρνούσε την πλάτη σε πράγματα σπουδαία, για χάρη κάτι ασήμαντου. Δεν με θέλει μαζί. Προσπαθεί να με τσαντίσει για να γυρίσω σπίτι και να τους αφήσω μόνους μαζί της. “Α, πώς δεν θα ’ρθω. Δεν μπορείς να μ’ εμποδίσεις”.