Выбрать главу

“Κανένας δεν θα προσπαθήσει να σε εμποδίσει”, είπε ο Λαν, καθώς ξαναρχόταν κοντά τους. Άδειασε το κατσαρολάκι στη φωτιά και ανακάτεψε τις στάχτες μ’ ένα ξύλο. “Μέρος του Σχήματος;” είπε στη Μουαραίν.

“Ίσως”, απάντησε εκείνη σκεπτικά. “Έπρεπε να ξαναμιλήσω με τη Μιν”.

“Βλέπεις, Νυνάβε, είσαι ευπρόσδεκτη”. Υπήρχε ένας δισταγμός στον τρόπο που ο Λαν είχε πει το όνομά της, η νύξη ενός σιωπηλού “Σεντάι” μετά.

Η Νυνάβε άφρισε, θεωρώντας το χλευασμό και θύμωσε, επίσης, με τον τρόπο που μιλούσαν μπροστά της —για πράγματα για τα οποία δεν ήξερε τίποτα- δίχως να έχουν την αβρότητα να της εξηγήσουν, αλλά δεν θα τους έδινε την ικανοποίηση να τους ρωτήσει.

Ο Πρόμαχος συνέχισε τις προετοιμασίες για την αναχώρηση τους με φειδωλές κινήσεις, τόσο σίγουρες και σβέλτες, που σύντομα είχε τελειώσει και τα σακίδια, οι κουβέρτες και τα υπόλοιπα είχαν τοποθετηθεί πίσω από τις σέλες του Μαντάρμπ και της Αλντίμπ.

“Θα φέρω το άλογό σου”, είπε στη Νυνάβε, ενώ έδενε το τελευταίο λουρί της σέλας.

Ο Λαν ανηφόρισε την όχθη και στο πρόσωπο της Νυνάβε φάνηκε ένα χαμογελάκι. Τους είχε παρακολουθήσει απαρατήρητη και τώρα ο Πρόμαχος θα προσπαθούσε να βρει το άλογό της αβοήθητος. Θα του έδειχνε ότι δεν άφηνε ίχνη πίσω της, όταν ακολουθούσε κάποιον. Θα χαιρόταν, βλέποντάς τον να επιστρέφει με άδεια χέρια.

“Γιατί προς το νότο;” ρώτησε τη Μουαραίν. “Άκουσα να λες ότι ένα αγόρι είναι στην απέναντι πλευρά. Και πώς το ξέρεις;”

“Έδωσα στα αγόρια ένα δωράκι. Δημιούργησε ένα είδος δεσμού ανάμεσά μας. Όσο είναι ζωντανά κι έχουν στην κατοχή τους αυτά τα νομίσματα, θα μπορώ να τους βρω”. Το βλέμμα της Νυνάβε στράφηκε προς την κατεύθυνση που είχε πάρει ο Πρόμαχος και η Μουαραίν κούνησε το κεφάλι της. “Όχι έτσι. Απλώς μου επιτρέπει να ξέρω αν ζουν ακόμα και να τους βρω σε περίπτωση που χωριστούμε. Συνετό, υπό αυτές τις συνθήκες, δεν συμφωνείς;”

“Τίποτα δεν μου αρέσει που να σε συνδέει με ανθρώπους από το Πεδίο του Έμοντ”, είπε πεισματικά η Νυνάβε. “Αν όμως μας βοηθήσει να τους βρούμε...”

“Θα μας βοηθήσει. Θα έπαιρνα τον νεαρό που είναι απέναντι, αν μπορούσα”. Για μια στιγμή η φωνή της Άες Σεντάι φανέρωσε σύγχυση. “Είναι λίγα μόνο μίλια πιο κάτω στο ποτάμι. Αλλά δεν διαθέτω το χρόνο. Μάλλον θα φτάσει στην Ασπρογέφυρα με ασφάλεια, τώρα που έφυγαν οι Τρόλοκ. Οι άλλοι, που κατηφόρισαν το ποτάμι, ίσως με χρειάζονται περισσότερο. Έχασαν τα νομίσματά τους και οι Μυρντράαλ ή τους κυνηγούν, ή θα προσπαθήσουν να μας σταματήσουν όλους στην Ασπρογέφυρα”. Αναστέναξε. “Πρέπει να φροντίσω πρώτα τη μεγαλύτερη ανάγκη”.

“Οι Μυρντράαλ μπορεί... μπορεί να τους σκότωσαν”, είπε η Νυνάβε.

Η Μουαραίν κούνησε ελαφρά το κεφάλι, απορρίπτοντας την υπόθεση, σαν να ήταν τόσο ασήμαντη που δεν άξιζε να συζητηθεί. Η Νυνάβε έσφιξε τα χείλη. “Τότε πού είναι η Εγκουέν; Δεν την ανέφερες καν”.

“Δεν ξέρω”, παραδέχθηκε η Μουαραίν, “αλλά ελπίζω να είναι ασφαλής”.

“Δεν ξέρεις; Ελπίζεις; Τόση ώρα έλεγες ότι θα της σώσεις τη ζωή, παίρνοντάς την στην Ταρ Βάλον και τώρα δεν ξέρεις καν αν είναι ζωντανή!”

“Θα μπορούσα να ψάξω γι’ αυτήν και τότε οι Μυρντράαλ θα είχαν όλο το χρόνο στη διάθεσή τους μέχρι να φτάσω στους δύο νεαρούς. Αυτούς θέλει ο Σκοτεινός, όχι εκείνη. Δεν θα ασχοληθούν με την Εγκουέν, όσο δεν έχουν πιάσει το πραγματικό θήραμα τους”.

Η Νυνάβε θυμήθηκε τη δική της συνάντηση με τους Μυρντράαλ, αλλά αρνήθηκε να παραδεχθεί ότι αυτά που έλεγε η Μουαραίν ήταν βάσιμα. “Αρα, το πιο αισιόδοξο που έχεις να πεις είναι ότι ίσως να ζει ακόμα, αν στάθηκε τυχερή. Ότι είναι ζωντανή, ίσως μονάχη, τρομαγμένη, μπορεί πληγωμένη, πολλές μέρες μακριά από το κοντινότερο χωριό, ή από κάθε άλλη βοήθεια εκτός από μας. Και συ σκοπεύεις να την παρατήσεις”.

“Εξίσου πιθανό είναι να βρίσκεται ασφαλής μαζί με το αγόρι στην άλλη όχθη του ποταμού. Ή να πηγαίνει προς την Ασπρογέφυρα με τους άλλους δύο. Όπως και να ’χει, δεν υπάρχουν πια εδώ Τρόλοκ που να την απειλούν και η Εγκουέν είναι δυνατή, έξυπνη και ικανή να βρει μόνη της το δρόμο για την Ασπρογέφυρα, αν χρειαστεί. Θα προτιμούσες να μείνεις, επειδή υπάρχει η πιθανότητα να θέλει βοήθεια, ή θέλεις να βοηθήσεις αυτούς που ξέρουμε ότι βρήκαν δυσκολίες; Θα προτιμούσες να ψάξω γι’ αυτήν και να αφήσω τα αγόρια να φύγουν —και μαζί τους τους Μυρντράαλ, που σίγουρα θα τους καταδιώκουν; Νυνάβε, όσο κι αν ελπίζω να είναι σώα κι ασφαλής η Εγκουέν, εγώ πολεμώ με τον Σκοτεινό κι αυτό ορίζει το δρόμο μου”.