Выбрать главу

Η Μουαραίν δεν έχασε το γαλήνιο ύφος της, ακόμα κι όταν παράθετε αυτές τις φρικτές πιθανότητες· της Νυνάβε της ήρθε να ουρλιάξει. Ανοιγόκλεισε τα μάτια για να μην κυλήσουν δάκρια και απέστρεψε το πρόσωπο για να μην τη δει η Άες Σεντάι. Φως μου, οι Σοφίες πρέπει να φροντίζουν όλους τους ανθρώπους τους. Γιατί πρέπει να διαλέξω;

“Ήρθε ο Λαν”, είπε η Μουαραίν. Σηκώθηκε και έσιαξε το μανδύα στους ώμους της.

Το χτύπημα που δέχθηκε η Νυνάβε ήταν μικρό, καθώς ο Πρόμαχος περνούσε από τα δέντρα οδηγώντας το άλογά της. Τα χείλη της πάντως σφίχτηκαν, όταν της έδωσε τα γκέμια. Θα αναπτερωνόταν κάπως το ηθικό της, αν υπήρχε ίχνος έστω κομπασμού στο πρόσωπό του, αντί γι’ αυτή την ανυπόφορη αταραξία. Τα μάτια του άνοιξαν, όταν είδε το πρόσωπό της και η Νυνάβε του γύρισε την πλάτη για να σκουπίσει τα δάκρια από τα μάγουλά της. Πώς τολμά να με κοροϊδεύει που έκλαψα!

“Έρχεσαι, Σοφία;” ρώτησε ήρεμα η Μουαραίν.

Έριξε μια τελευταία, αργή ματιά στο δάσος κι αναρωτήθηκε, αν η Εγκουέν ήταν ακόμα εκεί, πριν καβαλήσει θλιμμένα το άλογό της. Ο Λαν και η Μουαραίν ήταν ήδη στη σέλα και έστριβαν τα άλογά τους προς το νότο. Η Νυνάβε τους ακολούθησε, με την πλάτη ίσια, απαγορεύοντας στον εαυτό της να κοιτάξει πίσω· αντίθετα, κάρφωσε το βλέμμα της στη Μουαραίν. Η Άες Σεντάι είχε τόση εμπιστοσύνη στη δύναμη και στα σχέδιά της, σκέφτηκε η Νυνάβε, αλλά, αν δεν έβρισκαν την Εγκουέν και τα αγόρια, αν δεν τους έβρισκαν όλους γερούς και απείραχτους, ούτε όλη της η δύναμη δεν θα έφτανε για να την προστατεύσει. Ούτε όλη της η Δύναμη. Μπορώ να τη χρησιμοποιήσω! Εσύ η ίδια το είπες. Μπορώ να τη χρησιμοποιήσω εναντίον σου!

22

Ο Δρόμος που Διάλεξαν

Σε μια συστάδα κέδρων, κάτω από μια στοίβα κλαριά, που είχε κόψει πρόχειρα μέσα στο σκοτάδι, ο Πέριν κοιμόταν, πολλή ώρα μετά την αυγή. Οι βελόνες των κέδρων, όπως τρυπούσαν τα ρούχα του, που ήταν ακόμα υγρά, τελικά είχαν φανεί δυνατότερες από την εξάντληση του. Από τα βάθη του ονείρου του, στο οποίο βρισκόταν στο Πεδίο του Έμοντ και δούλευε στο σιδεράδικο του αφέντη Λούχαν, άνοιξε τα μάτια και κοίταξε μπερδεμένος τα μοσχομύριστα κλαριά, που απλώνονταν πλεγμένα πάνω από το κεφάλι του και άφηναν στάλες του ήλιου να περνούν.

Τα πιο πολλά κλαριά έπεσαν, όταν ανακάθισε ξαφνιασμένος, αλλά μερικά έμειναν να κρέμονται από τους ώμους του, ακόμα και από το κεφάλι του, δίνοντάς του όψη δέντρου. Το Πεδίο του Έμοντ ξεθώριασε, καθώς οι αναμνήσεις επέστρεφαν ορμητικά, τόσο ζωντανές, που για μια στιγμή η προηγούμενη νύχτα του φάνηκε πιο πραγματική απ’ ό,τι έβλεπε γύρω του τώρα.

Λαχανιασμένα, ξέφρενα, σκάλισε το σωρό των κλαριών να βρει το τσεκούρι του. Το κράτησε και με τα δύο χέρια και κρυφοκοίταξε τριγύρω προσεκτικά, κρατώντας την ανάσα του. Τίποτα δεν σάλευε. Το πρωινό ήταν κρύο και ήσυχο. Αν υπήρχαν Τρόλοκ στην ανατολική όχθη του Αρινέλε, δεν κινούνταν, τουλάχιστον εκεί κοντά του. Πήρε μια βαθιά ανάσα για να καλμάρει, ακούμπησε το τσεκούρι στα γόνατα του και περίμενε μια στιγμή για να σταματήσει η καρδιά του να βροντοχτυπά.

Το μικρό δασάκι των αιθαλών, που τον περιέβαλλε, ήταν το πρώτο καταφύγιο που είχε βρει την προηγούμενη νύχτα. Ήταν αρκετά αραιό και δεν θα τον προστάτευε από τα εχθρικά μάτια, αν σηκωνόταν όρθιος. Τίναξε τα κλαράκια από το κεφάλι και τους ώμους του, παραμέρισε την τραχιά κουβέρτα του και βγήκε στην άκρη της συστάδας μπουσουλώντας. Εκεί ξάπλωσε, μελετώντας την όχθη, ενώ ξυνόταν στα σημεία που τον είχαν τσιμπήσει οι βελόνες.

Ο τσουχτερός άνεμος της νύχτας είχε δώσει τη θέση του σε ένα σιωπηλό αεράκι, που μόλις και ρυτίδωνε την επιφάνεια των νερών. Το ποτάμι κυλούσε γαλήνιο και άδειο. Και πλατύ. Σίγουρα πρέπει να ήταν τόσο πλατύ και τόσο βαθύ, που οι Ξέθωροι δεν το περνούσαν. Η αντίπερα όχθη έμοιαζε να είναι μια πυκνή μάζα δέντρων ως εκεί που έφτανε το μάτι του, πιο πάνω και πιο κάτω στο ποτάμι. Τίποτα πάντως δεν φαινόταν να κινείται.

Δεν ήταν σίγουρος πώς να το πάρει αυτό. Ήταν πολύ καλύτερα έτσι, μακριά από Ξέθωρους και Τρόλοκ, έστω και στην άλλη όχθη του ποταμού, αλλά μια ολόκληρη σειρά προβλημάτων θα χανόταν, αν εμφανιζόταν η Άες Σεντάι, ή ο Πρόμαχος, ή, ακόμα καλύτερα, κάποιος από τους φίλους του. Αν οι ευχές ήταν φτερά, τα πρόβατα θα πετούσαν. Πάντα αυτό έλεγε ο αφέντης Λούχαν.

Μετά την πτώση του από την απόκρημνη πλαγιά δεν είχε δει κανένα ίχνος του αλόγου του ―ήλπισε να είχε βγει το ζώο από το ποτάμι χωρίς να έχει πάθει κάτι- όμως ήταν πιο πολύ συνηθισμένος να περπατά, παρά να πηγαίνει καβάλα και οι μπότες του ήταν γερές και καλά σολιασμένες. Δεν είχε τίποτα να φάει, αλλά είχε ακόμα τη σφεντόνα τυλιγμένη γύρω από τη μέση του και μ’ αυτήν, ή με τα δόκανα στην τσέπη, δεν θα αργούσε να πιάσει κανέναν λαγό. Μαζί με τα σακίδια της σέλας του είχε χαθεί και ό,τι είχε για να ανάβει φωτιά, αλλά με λίγη δουλειά οι κέδροι θα του πρόσφεραν ξύλα και τριβείο.