Ανατρίχιασε, όταν μια σπιλιάδα φύσηξε στην κρυψώνα του. Ο μανδύας του ήταν κάπου στο ποτάμι και το παλτό του και ό,τι άλλο φορούσε ήταν παγωμένα μετά το μπάνιο. Τη νύχτα ήταν τόσο κουρασμένος, που δεν τον είχε ενοχλήσει το κρύο και η υγρασία, αλλά τώρα είχε ξυπνήσει για τα καλά και αισθανόταν την παγωνιά. Αποφάσισε, πάντως, να μην κρεμάσει τα ρούχα του στα κλαριά για να στεγνώσουν. Αν και η μέρα δεν ήταν παγερή, δεν ήταν ούτε ζεστή.
Το πρόβλημα ήταν ο χρόνος, σκέφτηκε αναστενάζοντας. Τα στεγνά ρούχα ήθελαν λίγη ώρα. Ο λαγός για ψήσιμο και η φωτιά για να τον ψήσει ήθελαν λίγη ώρα. Το στομάχι του γουργούρισε και προσπάθησε να βγάλει από το νου του κάθε σκέψη για φαγητό. Είχε πιο σημαντικά πράγματα να κάνει με το χρόνο του. Θα τα έκανε ένα-ένα και πρώτα το πιο σημαντικό. Αυτός ήταν ο τρόπος του.
Το βλέμμα του ακολούθησε το δυνατό ρεύμα του Αρινέλε. Ήταν δυνατότερος κολυμβητής από την Εγκουέν, Αν είχε καταφέρει να περάσει... Όχι, όχι αν. Το μέρος όπου είχε καταφέρει να περάσει θα ήταν πιο κάτω στο ποτάμι. Ταμπούρλισε με τα δάχτυλα του το χώμα, ζυγίζοντας την κατάσταση, μετρώντας την.
Όταν πήρε την απόφασή του, πήρε αμέσως το τσεκούρι του χωρίς να χάνει χρόνο και κατέβηκε στην όχθη.
Ο Αρινέλε απ’ αυτή την πλευρά δεν είχε το πυκνό δάσος της δυτικής όχθης. Υπήρχαν συστάδες δέντρων, οι οποίες καταλάμβαναν έδαφος που θα ήταν γεμάτο χλόη, αν ερχόταν ποτέ η άνοιξη. Μερικές ήταν αρκετά πυκνές για να τις πει κανείς αλσύλλια, με ομάδες αειθαλών ανάμεσα στις άκαρπες μελίες και τις κλήθρες και τις χαρουπιές. Κοντά στο ποτάμι οι συστάδες ήταν μικρότερες και πιο αραιές. Δεν πρόσφεραν καλή απόκρυψη, αλλά ήταν το μόνο που υπήρχε.
Ο Πέριν ξεκίνησε ορμώντας από συστάδα σε συστάδα μισοσκυμμένος και έπεφτε κατάχαμα, όταν έφτανε ανάμεσα στα δέντρα για να κοιτάξει τις όχθες, την κοντινή αλλά και την απέναντι. Ο Πρόμαχος είχε πει ότι το ποτάμι θα ήταν εμπόδιο για τους Ξέθωρους και τους Τρόλοκ, άραγε, όμως, ίσχυε αυτό; Ίσως, αν τον έβλεπαν, να ξεπερνούσαν την απροθυμία που είχαν να περνούν από βαθιά νερά. Παρατηρούσε λοιπόν προσεκτικά πίσω από τα δέντρα και έτρεχε από τη μια κρυψώνα στην άλλη, γοργά και σκυφτά.
Έτσι κάλυψε αρκετά μίλια, τρέχοντας κατά διαστήματα σαν παλαβός, ώσπου, ξαφνικά, έχοντας φτάσει στα μισά του δρόμου προς το δελεαστικό καταφύγιο μιας συστάδας ιτιών, γρύλισε και σταμάτησε ακαριαία, κοιτάζοντας το έδαφος. Αρκετά σημεία του χώματος είχαν το θαμπό καφέ χρώμα του περσινού γρασιδιού και στη μέση ενός απ’ αυτά, ακριβώς κάτω από τη μύτη του, υπήρχε ένα καθαρό ίχνος οπλής. Ένα χαμόγελο χαράχτηκε αργά στο πρόσωπό του. Μερικοί Τρόλοκ είχαν οπλές, αλλά ο Πέριν αμφέβαλλε αν κάποιος απ’ αυτούς φορούσε πέταλα και ειδικά τα πέταλα με τη διπλή εγκάρσια ράβδο, που πρόσθετε για αντοχή ο αφέντης Λούχαν.
Ξέχασε τα μάτια, που μπορεί να τον κοιτούσαν από την άλλη όχθη και έψαξε να βρει κι άλλα ίχνη. Το χαλί του ξεραμένου γρασιδιού δεν κρατούσε καλά τα ίχνη, αλλά το βλέμμα του τα βρήκε ούτως ή άλλως. Το φειδωλό μονοπάτι από το ποτάμι πήγαινε κατευθείαν σε μια πυκνή συστάδα δέντρων, με πυκνές σημύδες και κέδρους, που σχημάτιζαν ένα τοίχο κόντρα στον άνεμο και τα αδιάκριτα μάτια. Στο κέντρο ορθωνόταν τα πλατιά κλαριά μιας μοναχικής τσούγας.
Χαμογελώντας ακόμα προχώρησε ανάμεσα στα πλεγμένα κλαριά, χωρίς να τον νοιάζει πόση φασαρία έκανε. Βγήκε ξαφνικά σε ένα μικρό ξέφωτο κάτω από την τσούγα — και σταμάτησε. Πίσω από μια μικρή φωτιά ήταν ζαρωμένη η Εγκουέν, με ζοφερή έκφραση, κρατώντας ένα χοντρό κλαρί σαν μπαστούνι κι ακουμπώντας με την πλάτη στην Μπέλα.
“Μάλλον έπρεπε να φωνάξω πρώτα”, είπε, σηκώνοντας ντροπαλά τους ώμους.
Η Εγκουέν πέταξε κάτω το κλαρί και έτρεξε να τον αγκαλιάσει. “Νόμιζα ότι πνίγηκες. Ακόμα βρεγμένος είσαι. Έλα, κάθισε στη φωτιά να ζεσταθείς. Έχασες το άλογό σου, ε;”
Ο Πέριν την άφησε να τον παρασύρει κοντά στη φωτιά και έτριψε τα χέρια του πάνω από τις φλόγες, νιώθοντας ευγνωμοσύνη για τη ζέστη. Η Εγκουέν έβγαλε ένα λαδωμένο χάρτινο πακέτο από το σακίδιο της σέλας της και του έδωσε λίγο ψωμί και τυρί. Το πακέτο ήταν τόσο καλοτυλιγμένο που τα τρόφιμα ήταν στεγνά, ακόμα και μετά το μπάνιο στο ποτάμι. Ανησυχούσες γι’ αυτήν, αλλά τα έβγαλε πέρα καλύτερα από σένα.
“Η Μπέλα με πέρασε απέναντι”, είπε η Εγκουέν, χαϊδεύοντας τη δασύτριχη φοράδα της. “Προχώρησε αντίθετα από τους Τρόλοκ και με πήρε μαζί της”. Κοντοστάθηκε. “Δεν είδα κανέναν από τους άλλους, Πέριν”.