Выбрать главу

Ο Πέριν ένευσε αργά. “Αφού το λες, αλλά, αν δεν φανεί στο Κάεμλυν σε λίγες μέρες, τότε θα συνεχίσουμε προς την Ταρ Βάλον και θα παρουσιάσουμε την υπόθεσή μας ενώπιον της Έδρας της Αμερλιν”. Ανάσανε βαθιά. Πριν δυο βδομάδες ούτε που είχες δει ποτέ σου Άες Σεντάι και τώρα μιλάς για την Έδρα της Άμερλιν. Φως μου! “Σύμφωνα με τον Λαν, υπάρχει ένας καλός δρόμος από το Κάεμλυν”. Κοίταξε το λαδωμένο δέμα πλάι στην Εγκουέν και έβηξε για να καθαρίσει το λαιμό του. “Μήπως περισσεύει λίγο ψωμί και τυρί ακόμα;”

“Αυτό πρέπει να μας κρατήσει αρκετό καιρό”, του είπε εκείνη, “εκτός αν είσαι πιο τυχερός με τα δόκανα απ’ όσο ήμουν εγώ χθες το βράδυ. Τουλάχιστον με τη φωτιά δεν δυσκολεύτηκα”. Γέλασε απαλά, σαν να είχε πει κάποιο αστείο και έχωσε το πακέτο στο σακίδιό της.

Προφανώς υπήρχαν όρια στην ηγεσία, που ήταν διατεθειμένη να δεχθεί. Το στομάχι του γουργούρισε. “Αν είναι έτσι”, είπε και σηκώθηκε, “ας ξεκινήσουμε τώρα”.

“Μα ακόμα είσαι μούσκεμα”, διαμαρτυρήθηκε αυτή.

“Θα στεγνώσω περπατώντας”, της είπε σταθερά και άρχισαν να κλωτσούν χώμα στη φωτιά. Αν ήταν ο αρχηγός, ήταν καιρός να δώσει καμιά διαταγή. Ο αέρας που φυσούσε από το ποτάμι είχε αρχίσει να δυναμώνει.

23

Λυκαδερφός

Ο Πέριν είχε καταλάβει από την αρχή ότι το ταξίδι προς το Κάεμλυν δεν θα ήταν καθόλου άνετο, με πρώτο σημάδι την επιμονή της Εγκουέν να καβαλούν τη Μπέλα εναλλάξ. Του είχε πει πως δεν ήξεραν πόσο μακριά ήταν, αλλά σίγουρα η απόσταση ήταν μεγάλη και δεν έπρεπε να πηγαίνει μονάχα αυτή καβάλα στο άλογο. Τα χείλη της ήταν σφιγμένα και τα μάτια της τον κοίταζαν χωρίς να ανοιγοκλείνουν.

“Παραείμαι μεγαλόσωμος για να καβαλήσω τη Μπέλα”, της είπε. “Είμαι μαθημένος στο περπάτημα, και θα το προτιμούσα”.

“Εγώ είμαι άμαθη;” είπε κοφτά η Εγκουέν.

“Δεν το—”

“Μόνο εγώ πρέπει να κάτσω και να μουδιάζω στη σέλα, αυτό εννοείς; Κι όταν τα πόδια σου θα σε πεθαίνουν μετά από τόσο περπάτημα, θα θέλεις να σε περιποιούμαι”.

“Ξέχνα το”, της είπε, όταν εκείνη φάνηκε έτοιμη να συνεχίσει. “Εν πάση περιπτώσει, ανέβα εσύ πρώτη”. Εκείνη έδειξε να πεισμώνει κι άλλο, αλλά αυτός αρνήθηκε να την αφήσει να πει κουβέντα. “Αν δεν ανέβεις στη σέλα μόνη σου, θα σε ανεβάσω εγώ”.

Τον κοίταξε έκπληκτη κι ένα χαμογελάκι χάραξε τα χείλια της. “Αν είναι έτσι...” Το είπε σαν να ήταν έτοιμη να βάλει τα γέλια, αλλά ανέβηκε στο άλογο.

Εκείνος γόγγυξε μόνος του, καθώς γυρνούσε την πλάτη στο ποτάμι. Οι αρχηγοί στις ιστορίες ποτέ δεν αντιμετώπιζαν τέτοια συμπεριφορά.

Η Εγκουέν επέμεινε να αλλάζουν κανονικά και, όποτε ο Πέριν προσπαθούσε να το αποφύγει, εκείνη τον εξανάγκαζε να ανέβει στη σέλα. Το επάγγελμα του σιδερά δεν ήταν για λεπτοκαμωμένους ανθρώπους και η Μπέλα δεν ήταν μεγάλο άλογο. Κάθε φορά που ο Πέριν έβαζε το πόδι στον αναβολέα, η δασύτριχη φοράδα τον κοίταζε επιτιμητικά, ήταν σίγουρος γι’ αυτό. Μικροπράγματα, ίσως, αλλά τον ενοχλούσαν. Σύντομα τιναζόταν ταραγμένος, τιναζόταν κάθε φορά που η Εγκουέν ανακοίνωνε, “Είναι η σειρά σου, Πέριν”.

Στις ιστορίες, οι αρχηγοί σπάνια τινάζονταν ταραγμένοι και ποτέ δεν τους εξανάγκαζαν να κάνουν τίποτα. Όμως, σκέφτηκε ο Πέριν, δεν είχαν να κάνουν με την Εγκουέν.

Από την αρχή είχαν μικρές μόνο μερίδες ψωμιού και τυριού και το λίγο που υπήρχε εξαντλήθηκε στο τέλος της πρώτης μέρας. Ο Πέριν έστησε δόκανα στα σημεία απ’ όπου, πιθανόν, να περνούσαν λαγοί —τα ίχνη έμοιαζαν παλιά, αλλά άξιζε να δοκιμάσει- ενώ η Εγκουέν πήγε να ανάψει τη φωτιά. Όταν ο Πέριν τελείωσε, αποφάσισε να δοκιμάσει τι μπορούσε να κάνει με τη σφεντόνα του, πριν χαθεί και το τελευταίο φως της μέρας. Δεν είχαν δει κανένα ζωντανό πλάσμα να σαλεύει, αλλά... Προς μεγάλη του έκπληξη, αμέσως ξετρύπωσε έναν κοκαλιάρικο λαγό. Ξαφνιάστηκε τόσο, που παραλίγο θα του ξέφευγε, αλλά τον πέτυχε στα σαράντα βήματα, καθώς αυτός έστριβε πίσω από ένα δέντρο.

Όταν γύρισε στο στρατόπεδο τους με το λαγό, η Εγκουέν είχε σπάσει κλαριά για τη φωτιά, αλλά ήταν γονατισμένη πλάι στο σωρό με τα μάτια κλεισμένα. “Τι κάνεις; Με τις ευχές δεν ανάβει φωτιά”.

Η Εγκουέν πήδηξε πάνω όταν ακούστηκαν τα λόγια του και στριφογύρισε για να τον κοιτάξει, κρατώντας με το χέρι το λαιμό της. “Με... με ξάφνιασες”.

“Στάθηκα τυχερός”, της είπε, υψώνοντας το λαγό. “Φέρε την τσακμακόπετρα και το μασάτι σου. Τουλάχιστον απόψε θα φάμε καλά”.

“Δεν έχω τσακμακόπετρα”, είπε εκείνη αργά. “Ήταν στην τσέπη μου και την έχασα στο ποτάμι”.

Τότε πως...;

“Ήταν τόσο εύκολο εκεί στην όχθη, Πέριν. Ακριβώς όπως μου έδειξε η Μουαραίν Σεντάι. Άπλωσα και...” Έκανε μια χειρονομία σαν να έπιανε κάτι και μετά άφησε το χέρι της να πέσει, αναστενάζοντας. “Δεν τη βρίσκω τώρα”.