Ο Πέριν έγλειψε τα χείλη του αναστατωμένος. “Τη... τη Δύναμή;” Εκείνη ένευσε κι αυτός την κοίταξε. “Τρελάθηκες; Θέλω να πω... η Μία Δύναμη! Δεν μπορείς να παίζεις με κάτι τέτοιο”.
“Ήταν τόσο εύκολο, Πέριν. Μπορώ να το κάνω. Μπορώ να διαβιβάσω τη Δύναμη”.
Εκείνος πήρε μια βαθιά ανάσα. “Θα φτιάξω τριβείο, Εγκουέν. Υποσχέσου μου ότι δεν θα ξαναδοκιμάσεις... να κάνεις... αυτό το πράγμα”.
“Όχι”. Το πρόσωπό της πήρε μια σκληρή έκφραση, που τον έκανε να αναστενάξει. “Εσύ θα έδινες το τσεκούρι σου, Πέριν Αϋμπάρα; Θα περπατούσες με το ένα χέρι δεμένο στην πλάτη; Δεν θα το κάνω”.
“Θα φτιάξω το τριβείο”, είπε εκείνος κουρασμένα. “Τουλάχιστον μην το ξαναδοκιμάσεις απόψε, ε; Σε παρακαλώ;”
Εκείνη συγκατένευσε απρόθυμα. Ο Πέριν, ακόμα και όταν ο λαγός ψηνόταν σε μια σούβλα πάνω από τις φλόγες, είχε την αίσθηση πως η Εγκουέν μέσα της ένιωθε πως εκείνη θα τα κατάφερνε καλύτερα. Και δεν θα έπαυε να προσπαθεί, κάθε βράδυ, παρ’ όλο που το καλύτερο που κατάφερε ποτέ ήταν ένα συννεφάκι καπνού, που χάθηκε σχεδόν αμέσως. Τον κοίταξε, προκαλώντας τον με το βλέμμα να πει έστω και μια κουβέντα κι εκείνος, πολύ συνετά, δεν άνοιξε το στόμα του.
Έφαγαν ζεστό φαΐ εκείνο το βράδυ, αλλά τις επόμενες μέρες η τροφή τους ήταν μονάχα σκληροί βολβοί και λίγα βλασταράκια. Μιας κι ακόμα δεν φαινόταν ούτε προμήνυμα άνοιξης, τίποτα δεν υπήρχε σε αφθονία και τίποτα δεν ήταν νόστιμο. Κανείς τους δεν παραπονιόταν, αλλά, κάθε φορά που έτρωγαν, όλο και κάποιος από τους δύο θα αναστέναζε και ήξεραν ότι τους έλειπε η αρμύρα του τυριού, ή έστω η ευωδιά του ψωμιού. Τα μανιτάρια ―τα Στέμματα της Βασίλισσας, τα καλύτερα- που βρήκαν ένα απόγευμα σ’ ένα σκιερό μέρος του δάσους, τους φάνηκαν σπουδαία λιχουδιά. Τα καταβρόχθισαν, γελώντας και λέγοντας ιστορίες από το Πεδίο του Έμοντ, ιστορίες που άρχιζαν με τη φράση, “Θυμάσαι τότε που-” αλλά τα μανιτάρια δεν κράτησαν πολύ, ούτε και τα γέλια τους. Η πείνα δεν ήταν διασκεδαστική.
Εκείνος, που ήταν η σειρά του να περπατήσει, κρατούσε σφεντόνα, έτοιμος να ρίξει, αν έβλεπε λαγό ή σκίουρο, αλλά οι μόνες φορές που πέταξαν πέτρα ήταν από αγανάκτηση. Τα δόκανα, που έστηναν με περίσσια προσοχή κάθε βραδάκι, δεν έπιαναν τίποτα ως την επόμενη αυγή που τα μάζευαν και δεν τολμούσαν να μείνουν στο ίδιο μέρος μια ολόκληρη μέρα για να τα αφήσουν. Κανείς από τους δύο δεν ήξερε πόσο μακριά ήταν το Κάεμλυν και δεν θα ένιωθαν ασφάλεια παρά μόνο όταν θα έφταναν εκεί και ίσως ούτε τότε. Ο Πέριν άρχισε να αναρωτιέται, αν το στομάχι του θα ζάρωνε τόσο, που να του ανοίξει τρύπα στη μέση.
Κατά τις εκτιμήσεις του προχωρούσαν με καλό ρυθμό, αλλά, όπως απομακρύνονταν από τον Αρινέλε χωρίς να δουν κανένα χωριό, ούτε έστω ένα αγρόκτημα για να ρωτήσουν το δρόμο, άρχισε να αμφιβάλλει για το σχέδιό του. Η Εγκουέν, εξωτερικά, έμοιαζε να διατηρεί την εμπιστοσύνη που είχε στο ξεκίνημά τους· αλλά ο Πέριν ήταν σίγουρος πως κάποια στιγμή θα του έλεγε ότι καλύτερα θα ήταν να πέσουν σε Τρόλοκ, παρά να περιπλανιούνται χαμένοι όλη τους τη ζωή. Δεν το είπε, αλλά ο Πέριν αυτό περίμενε.
Δύο μέρες μετά την αναχώρησή τους από το ποτάμι μπήκαν σε περιοχή με πυκνούς δασόφυτους λόφους, όπου δέσποζε ο χειμώνας, όπως και οπουδήποτε αλλού και μια μέρα αργότερα οι λόφοι ίσιωσαν πάλι και το πυκνό δάσος γέμισε ξέφωτα, που συχνά είχαν πλάτος ενός μιλίου, ή και παραπάνω. Υπήρχε ακόμα χιόνι σε κρυμμένες κοιλότητες, ο αέρας το πρωί ήταν αψύς και ο άνεμος πάντα τσουχτερός. Πουθενά δεν έβλεπαν δρόμο, ή οργωμένο χωράφι, ή καπνό από καμινάδα στο βάθος, ή οποιοδήποτε οημάδι ανθρώπινης κατοικίας — ή, τουλάχιστον, ανθρώπινης παρουσίας.
Βρήκαν κάποια στιγμή τα ερείπια ενός ψηλού πέτρινου περιτειχίσματος γύρω από την κορυφή ενός λόφου. Απομεινάρια λιθόκτιστων σπιτιών δίχως στέγες έστεκαν μέσα στον γκρεμισμένο κύκλο. Το δάσος τα είχε πλημμυρίσει από καιρό· παντού φύτρωναν δέντρα και αναρριχητικά φυτά σαν ιστοί αράχνης σκέπαζαν τους πέτρινους ογκόλιθους. Μια άλλη φορά αντάμωσαν έναν πέτρινο πύργο, με καφετί χρώμα από τα βρύα και πεσμένη κορυφή, που έγερνε στην πελώρια βελανιδιά με τις χοντρές ρίζες, οι οποίες τον αναποδογύριζαν αργά. Αλλά δεν βρήκαν μέρος που η θύμηση των ανθρώπων να είναι πρόσφατη. Η ανάμνηση της Σαντάρ Λογκόθ τους έκανε να αποφύγουν τα ερείπια και να ταχύνουν το βήμα, ώσπου βρέθηκαν πάλι βαθιά σε μέρη που έμοιαζαν απάτητα από άνθρωπο.
Όνειρα τυραννούσαν τον ύπνο του Πέριν, φοβερά όνειρα. Ήταν ο Μπα’άλζαμον, που τον ακολουθούσε σε λαβύρινθους, κυνηγώντας τον, αλλά ο Πέριν, απ’ όσο θυμόταν, δεν τον συναντούσε ποτέ πρόσωπο με πρόσωπο. Και το ταξίδι τους, από μόνο του, ήταν αρκετό για να τους κάνει να δουν μερικά άσχημα όνειρα. Η Εγκουέν παραπονιόταν ότι έβλεπε εφιάλτες με τη Σαντάρ Λογκόθ, ειδικά τις δύο νύχτες μετά το γκρεμισμένο οχυρό και τον εγκαταλειμμένο πύργο. Ο Πέριν τα κρατούσε μέσα του, ακόμα και όταν ξυπνούσε στο σκοτάδι με ιδρώτες και ρίγη. Η Εγκουέν βασιζόταν πάνω του για να τους οδηγήσει στο Κάεμλυν, όχι για να μοιράζεται μαζί της ανησυχίες, για τις οποίες δεν γινόταν τίποτα.