Περπατούσε δίπλα στο κεφάλι της Μπέλας κι αναρωτιόταν, αν εκείνο το βράδυ θα έβρισκαν κάτι να φάνε, όταν πρωτοένιωσε τη μυρωδιά. Αμέσως μετά, η φοράδα ανοιγόκλεισε τα ρουθούνια και κούνησε το κεφάλι. Ο Πέριν άρπαξε τα χαλινάρια της πριν χλιμιντρίσει.
“Είναι καπνός”, είπε η Εγκουέν με έξαψη. Έγειρε μπροστά στη σέλα, πήρε μια βαθιά ανάσα. “Φωτιά για μαγείρεμα. Κάποιος ψήνει το φαγητό του. Λαγό”.
“Ίσως”, είπε ο Πέριν επιφυλακτικά και το ενθουσιασμένο χαμόγελό της μαράθηκε. Άφησε τη σφεντόνα και πήρε το τσεκούρι με την αγριωπή όψη του μισοφέγγαρου. Τα χέρια του ανοιγόκλεισαν αβέβαια στη χοντρή λαβή. Ήταν ένα όπλο, αλλά ούτε η εξάσκηση που έκανε κρυφά πίσω από το σιδεράδικο, ούτε τα μαθήματα του Λαν τον είχαν προετοιμάσει πραγματικά για να το χρησιμοποιεί ως τέτοιο. Ακόμα και η μάχη πριν τη Σαντάρ Λογκόθ ήταν τόσο θολή στο νου του, που δεν του έδινε αυτοπεποίθηση. Επίσης, δεν πετύχαινε ποτέ το κενό για το οποίο μιλούσαν ο Ραντ και ο Πρόμαχος.
Ο ήλιος έριχνε λοξές ηλιαχτίδες μέσα από τα δέντρα πίσω τους και το δάσος ήταν μια ασάλευτη μάζα από σκιές γεμάτες πτυχές. Ολόγυρά τους υπήρχε η αχνή μυρωδιά του καπνού, μαζί με το άρωμα του κρέατος που ψηνόταν. Μπορεί και να είναι λαγός, σκέφτηκε και το στομάχι του γουργούρισε. Θύμισε στον εαυτό του ότι μπορούσε, επίσης, να είναι και κάτι άλλο. Κοίταξε την Εγκουέν τον έβλεπε. Υπάρχουν ευθύνες όταν είσαι αρχηγός.
“Περίμενε εδώ”, της είπε χαμηλόφωνα. Λυτή συνοφρυώθηκε, αλλά τη σταμάτησε μόλις έκανε να ανοίξει το στόμα της. “Και κάνε ησυχία! Ακόμα δεν ξέρουμε ποιοι είναι”. Εκείνη ένευσε. Απρόθυμα μεν, αλλά ένευσε. Ο Πέριν αναρωτήθηκε, γιατί άραγε δεν μπορούσε να πετύχει το ίδιο όταν προσπαθούσε να την πείσει να πάρει τη θέση του στη σέλα. Πήρε μια βαθιά ανάσα και ξεκίνησε για να βρει από πού ερχόταν ο καπνός.
Μπορεί να μην είχε περάσει τόσες ώρες στα δάση γύρω από το Πεδίο του Έμοντ όσες ο Ραντ και ο Ματ, αλλά κι αυτός συχνά κυνηγούσε λαγούς. Σύρθηκε από δέντρο σε δέντρο δίχως να σπάσει ούτε κλαράκι. Σε λίγο στεκόταν και κρυφοκοίταζε πίσω από τον κορμό μιας ψηλής βελανιδιάς με μακριά ελικοειδή κλαριά, που έσκυβαν για να αγγίξουν το χώμα και μετά υψώνονταν πάλι. Παραπέρα έκαιγε μια φωτιά και ένα λιγνός, ηλιοκαμένος άνδρας έγερνε σε ένα κλαρί κοντά στις φλόγες.
Τουλάχιστον δεν ήταν Τρόλοκ, μα ήταν ο πιο παράξενος τύπος που είχε δει ποτέ ο Πέριν. Κατ’ αρχάς, τα ρούχα του έμοιαζαν να είναι όλα καμωμένα από δέρματα ζώων, με τις τρίχες ακόμα πάνω τους, ακόμα και οι μπότες του και το παράξενο στρογγυλό καπέλο με την επίπεδη κορυφή στο κεφάλι του. Ο μανδύας του ήταν ένα παλαβό ανακάτωμα από δέρματα λαγών και σκίουρων το παντελόνι του έμοιαζε να είναι φτιαγμένο από μακρύτριχο άσπρο και καφέ τομάρι τράγου. Τα καστανά μαλλιά του, που είχαν αρχίσει να γκριζάρουν, ήταν πιασμένα στο σβέρκο μ’ ένα κορδόνι και κρέμονταν ως τη μέση του. Μια πυκνή γενειάδα απλωνόταν σαν βεντάλια στο μισό του στήθος. Ένα μακρύ μαχαίρι κρεμόταν από τη ζώνη του, σχεδόν σπαθί, ενώ ένα τόξο με φαρέτρα ήταν ακουμπισμένα σε ένα κλαρί κοντά του.
Ο άνδρας ξάπλωνε προς τα πίσω με τα μάτια κλειστά, μοιάζοντας να κοιμάται, αλλά ο Πέριν δεν σάλεψε από κει που ήταν κρυμμένος. Έξι ξύλα έστεκαν γερμένα στη φωτιά του τύπου και σε κάθε ξύλο ήταν σουβλισμένος ένας λαγός· είχαν πάρει χρώμα από τη φωτιά και έσταζαν ζουμί, που έπεφτε και τσίριζε στις φλόγες. Η μυρωδιά τους, τόσο κοντά, έκανε το στόμα του να γεμίσει σάλια.
“Δεν βαρέθηκες να γλείφεσαι;” Ο άνδρας άνοιξε το ένα μάτι και κοίταξε την κρυψώνα του Πέριν. “Πάρε τη φίλη σου κι ελάτε να τσιμπήσετε κάτι. Δεν είδα να τρώτε πολύ αυτές τις μέρες”.
Ο Πέριν δίστασε, έπειτα σηκώθηκε αργά, σφίγγοντας με δύναμη το τσεκούρι του. “Με παρακολουθείς τόσες μέρες;”
Ο άνδρας γέλασε πνιχτά, βαθιά στο λαρύγγι του. “Ναι, σε παρακολουθώ. Και την ωραία την κοπέλα. Σε τραβά από τη μύτη. Πιο πολύ σας άκουγα. Ο μόνος από σας που δεν κάνει φασαρία είναι το άλογο. Θα τη φωνάξεις, η θες να φας μόνος σου το λαγό;”
Ο Πέριν φούντωσε· ήξερε ότι δεν έκανε θόρυβο. Δεν μπορούσες να πλησιάσεις λαγό στο Νεροδάσος για να τον χτυπήσεις με τη σφεντόνα αν έκανες θόρυβο. Αλλά η μυρωδιά του ψητού του θύμισε ότι και η Εγκουέν πεινούσε κι επίσης περίμενε να μάθει, αν τη φωτιά που είχαν μυρίσει την είχαν βάλει Τρόλοκ.