Выбрать главу

Πέρασε τη λαβή του τσεκουριού του από τη θηλιά της ζώνης του και φώναξε δυνατά, “Εγκουέν! Όλα είναι εντάξει! Είναι λαγός!” Άπλωσε το χέρι του και πρόσθεσε με πιο ήρεμο τόνο, “Το όνομά μου είναι Πέριν. Πέριν Αϋμπάρα”.

Ο άνδρας μελέτησε το χέρι του πριν το σφίξει αδέξια, σαν να μην είχε συνηθίσει να σφίγγει χέρια. “Με λένε Ιλάυας”, είπε, υψώνοντας το βλέμμα. “Ιλάυας Ματσίρα”.

Ο Πέριν άφησε μια πνιχτή κραυγή και, παραλίγο, θα άφηνε απότομα το χέρι του Ιλάυας. Τα μάτια του άνδρα ήταν κίτρινα, σαν λαμπερό, στιλβωμένο χρυσάφι. Κάποια θύμηση παιχνίδισε στο βάθος του μυαλού του, έπειτα χάθηκε. Το μόνο που μπόρεσε να σκεφτεί εκείνη τη στιγμή ήταν ότι τα μάτια όλων των Τρόλοκ που είχε δει ήταν σχεδόν κατάμαυρα.

Η Εγκουέν εμφανίστηκε, οδηγώντας επιφυλακτικά την Μπέλα. Έδεσε τα χαλινάρια της φοράδας σε ένα μικρό κλαρί της βελανιδιάς και μίλησε ευγενικά, όταν ο Πέριν τη σύστησε στον Ιλάυας, αλλά το βλέμμα της έπεφτε συνέχεια στους λαγούς. Δεν φάνηκε να προσέχει τα μάτια του. Όταν ο Ιλάυας τους έκανε νόημα να φάνε, έπεσε στο φαγητό με τα μούτρα. Ο Πέριν δίστασε μόνο για λίγο, πριν τη μιμηθεί.

Ο Ιλάυας τους περίμενε σιωπηλός, καθώς εκείνοι έτρωγαν. Ο Πέριν πεινούσε τόσο, που έπαιρνε κομμάτια κρέας τόσο καυτά, που τα πετούσε από το ένα χέρι στο άλλο πριν τα βάλει στο στόμα του. Ακόμα και η Εγκουέν δεν έδειχνε τη συνηθισμένη ευπρέπεια· το σαγόνι της είχε γεμίσει λιγδερά ζουμιά. Η μέρα έγινε σούρουπο και τότε ηρέμησαν λιγάκι, καθώς το σκοτάδι της αφέγγαρης νύχτας περικύκλωνε τη φωτιά τους. Και ύστερα ο Ιλάυας μίλησε.

“Τι κάνετε εδώ πέρα; Δεν υπάρχει σπίτι ούτε στα πενήντα μίλια από δω, σε οποιαδήποτε κατεύθυνση”.

“Πάμε στο Κάεμλυν”, είπε η Εγκουέν. “Ίσως θα μπορούσες να-” Σήκωσε τα φρύδια παγερά, όταν ο Ιλάυας έγειρε πίσω το κεφάλι του και γέλασε τρανταχτά. Ο Πέριν τον κοίταξε, κρατώντας ένα μπούτι λαγού μπροστά στο στόμα του.

“Στο Κάεμλυν;” ρώτησε βραχνά ο Ιλάυας, όταν κατάφερε να ξαναμιλήσει. “Με τη διαδρομή που ακολουθείτε, το δρόμο που πήρατε τις δύο τελευταίες μέρες, θα περάσετε εκατό μίλια, ή και περισσότερα, βόρεια του Κάεμλυν”.

“Θα ρωτούσαμε”, είπε με αμυντικό τόνο η Εγκουέν. “Απλώς δεν έτυχε να βρούμε ακόμα κανένα χωριό, ή κάποιο αγρόκτημα”.

“Και ούτε θα βρείτε”, είπε ο Ιλάυας χαχανίζοντας. “Από δω που πάτε, μπορείτε να ταξιδέψετε ώσπου να φτάσετε στη Ραχοκοκαλιά του Κόσμου χωρίς να δείτε άλλο άνθρωπο. Φυσικά, αν κατορθώνατε να σκαρφαλώσετε τη Ραχοκοκαλιά —γίνεται, από μερικά μέρη- θα βρίσκατε ανθρώπους στην Ερημιά του Άελ, αλλά δεν θα σας άρεσε εκεί. Θα βράζατε τη μέρα και θα παγώνατε τη νύχτα και πάντα θα πεθαίνατε από τη δίψα. Μόνο οι Αελίτες βρίσκουν νερό στην Ερημιά και δεν τους πολυαρέσουν οι ξένοι. Καθόλου, θα έλεγα”. Ξέσπασε σε ακόμα πιο βίαια γέλια, αυτή τη φορά κυλίστηκε στο χώμα. “Καθόλου, μα καθόλου”, κατόρθωσε να πει.

Ο Πέριν ανακάθισε ταραγμένος. Μήπως τρώμε μαζί με τρελό;

Η Εγκουέν έσμιξε τα φρύδια, αλλά περίμενε μέχρι να υποχωρήσει το κύμα ευθυμίας του Ιλάυας και μετά είπε, “Ίσως μπορείς να μας δείξεις το δρόμο. Φαίνεται να ξέρεις πιο πολλά από μας γι’ αυτά τα μέρη”.

Ο Ιλάυας σταμάτησε να γελά. Σήκωσε το κεφάλι, ξαναφόρεσε το στρογγυλό γούνινο καπέλο του, που είχε πέσει όταν κυλιόταν χάμω και την κοίταξε χαμηλώνοντας τα φρύδια του. “Δεν μου αρέσουν πολύ οι άνθρωποι”, είπε με ανέκφραστη φωνή. “Οι πόλεις είναι γεμάτες ανθρώπους. Δεν πάω συχνά κοντά σε χωριά, ή έστω σε αγροκτήματα. Οι χωριάτες, οι αγρότες, δεν συμπαθούν τους φίλους μου. Δεν θα σας βοηθούσα καν, αν δεν τριγυρνούσατε ανήμποροι και αθώοι σαν νεογέννητα λυκόπουλα”.

“Τουλάχιστον, όμως, μπορείς να μας πεις προς τα πού να πάμε”, επέμεινε η Εγκουέν. “Αν μας δείξεις το δρόμο για το κοντινότερο χωριό, έστω κι αν αυτό απέχει πενήντα μίλια, σίγουρα μετά εκείνοι θα μας δώσουν οδηγίες για το Κάεμλυν”.

“Μην κουνηθείτε”, είπε ο Ιλάυας. “Οι φίλοι μου έρχονται”.

Η Μπέλα ξαφνικά χρεμέτισε με φόβο και τράβηξε τα χαλινάρια της για να φύγει. Ο Πέριν μισοσηκώθηκε, καθώς άρχισαν να εμφανίζονται μορφές ολόγυρά του στο δάσος που σκοτείνιαζε. Η Μπέλα σήκωσε τα μπροστινά της πόδια στον αέρα και στριφογύρισε, ουρλιάζοντας.

“Ησύχασε τη φοράδα”, είπε ο Ιλάυας. “Δεν θα την πειράξουν. Ούτε και σένα, αν δεν κουνηθείς”.

Τέσσερις λύκοι φάνηκαν στο φως της φωτιάς, δασύτριχες μορφές που έφταναν ως τη μέση ανθρώπου, με σαγόνια που μπορούσαν να σπάσουν πόδι ολόκληρο. Σαν να μην ήταν εκεί οι άνθρωποι, πλησίασαν τη φωτιά και ξάπλωσαν ανάμεσά τους. Στο σκοτάδι ανάμεσα στα δέντρα, το φως της φωτιάς καθρεφτιζόταν στα μάτια άλλων λύκων, απ’ όλες τις μεριές.

Κίτρινα μάτια, σκέφτηκε ο Πέριν. Σαν τα μάτια του Ιλάυας. Να τι προσπαθούσε να θυμηθεί. Παρακολουθώντας με το βλέμμα τους λύκους που ήταν ανάμεσά τους, άπλωσε το χέρι του προς το τσεκούρι.