“Στη θέση σου δεν θα το έκανα”, είπε ο Ιλάυας. “Αν πιστέψουν ότι το θέλεις για κακό, θα πάψουν να φέρονται φιλικά”.
Ο Πέριν είδε ότι οι τέσσερις λύκοι τον κοίταζαν. Είχε την αίσθηση ότι τον κοίταζαν όλοι οι λύκοι, ακόμα κι εκείνοι που ήταν στα δέντρα. Ένιωσε φαγούρα στο δέρμα του. Απομάκρυνε προσεκτικά τα χέρια από το τσεκούρι. Αισθάνθηκε, έτσι φαντάστηκε, τους λύκους να χαλαρώνουν. Ξανακάθισε αργά· τα χέρια του έτρεμαν και έσφιξε τα γόνατά του για να σταματήσουν. Η Εγκουέν καθόταν με το κορμί τόσο άκαμπτο, που σχεδόν ριγούσε. Ένας λύκος κατάμαυρος, με εξαίρεση ένα ανοιχτόγκριζο μπάλωμα στη μουσούδα του, ξάπλωνε, αγγίζοντάς την σχεδόν.
Η Μπέλα είχε πάψει να ουρλιάζει και να τινάζεται ψηλά. Αντίθετα, στεκόταν τρέμοντας και γυρνούσε, προσπαθώντας να μη χάνει από τα μάτια της τους λύκους, κλωτσώντας που και που για να τους δείξει ότι μπορούσε να κλωτσήσει, σκοπεύοντας να πουλήσει ακριβά τη ζωή της. Οι λύκοι έδειχναν να αγνοούν και αυτήν και όλους τους άλλους. Περίμεναν αμέριμνα, με τις γλώσσες να κρέμονται τρεμουλιαστές από τα στόματά τους.
“Έτσι”, είπε ο Ιλάυας. “Εδώ είμαστε”.
“Είναι εξημερωμένοι;” ρώτησε με αχνή φωνή η Εγκουέν και με ελπίδα επίσης. “Είναι... κατοικίδια;”
Ο Ιλάυας ξεφύσηξε. “Οι λύκοι δεν εξημερώνονται, κοπέλα μου, ούτε καν με τον τρόπο των ανθρώπων. Είναι φίλοι μου. Κάνουμε συντροφιά, κυνηγάμε μαζί, συζητάμε, κατά κάποιον τρόπο. Όπως κάνουν όλοι οι φίλοι. Σωστά, Σταχτιά;” Μια λύκαινα, που το τομάρι της είχε πάνω από δέκα αποχρώσεις του γκρίζου, από τις πιο ανοιχτές ως τις πιο σκούρες, σήκωσε το κεφάλι να τον κοιτάξει.
“Τους μιλάς;” θαύμασε ο Πέριν.
“Δεν είναι ακριβώς μιλιά”, απάντησε αργά ο Ιλάυας. “Οι λέξεις δεν έχουν σημασία και δεν είναι ακριβώς οι σωστές. Το όνομά της δεν είναι Σταχτιά. Είναι κάτι που σημαίνει τον τρόπο που παίζουν οι σκιές στη λιμνούλα ενός δάσους μια αυγή του καταχείμωνου, με την αύρα που γεμίζει το νερό κυματάκια, με την αψάδα του πάγου, όταν το νερό αγγίζει τη γλώσσα και μια ιδέα χιονιού υπάρχει στον αέρα προτού πέσει η νύχτα. Μα δεν είναι ούτε αυτό. Δεν μπορείς να το πεις με λέξεις. Είναι πιο πολύ αίσθηση. Έτσι μιλούν οι λύκοι. Οι άλλοι είναι ο Καμένος, ο Αλτης και ο Άνεμος”. Ο Καμένος είχε μια παλιά ουλή στον ώμο, που ίσως εξηγούσε το όνομά του, όμως στους άλλους δύο λύκους δεν υπήρχε η παραμικρή ένδειξη για τη σημασία των ονομάτων τους.
Ο Πέριν σκέφτηκε πως ο Ιλάυας, παρά τον απότομο τρόπο του, χαιρόταν που είχε ευκαιρία να μιλήσει με άλλο άνθρωπο. Τουλάχιστον έδειχνε προθυμία για κουβέντα. Ο Πέριν κοίταξε τα δόντια των λύκων, που λαμπύριζαν στο φως της φωτιάς και σκέφτηκε πως θα ήταν καλή ιδέα να τον παρασύρει σε συζήτηση. “Πώς... πώς έμαθες να μιλάς με τους λύκους. Ιλάυας;”
“Αυτοί το βρήκαν”, αποκρίθηκε ο Ιλάυας, “όχι εγώ. Τουλάχιστον στην αρχή. Απ’ όσο ξέρω, πάντα έτσι γίνεται. Οι λύκοι σε βρίσκουν, δεν τους βρίσκεις εσύ.. Μερικοί άνθρωποι πίστευαν ότι με είχε αγγίξει ο Σκοτεινός, επειδή όπου και να πήγαινα εμφανίζονταν λύκοι. Κι εγώ έτσι πίστευα, μερικές φορές. Ο καλός κόσμος άρχισε να με αποφεύγει κι εκείνοι που με πλησίαζαν δεν ήταν άνθρωποι που ήθελα να τους ξέρω, είτε έτσι είτε αλλιώς. Μετά πρόσεξα ότι υπήρχαν φορές που οι λύκοι έμοιαζαν να ξέρουν τι σκεφτόμουν, να ανταποκρίνονται σε αυτό που είχα στο νου μου. Κι αυτή ήταν η πραγματική αρχή. Ένιωθαν περιέργεια για μένα. Συνήθως οι λύκοι μπορούν να αισθανθούν τους ανθρώπους, αλλά όχι έτσι. Χάρηκαν που με βρήκαν. Λένε ότι είχε περάσει πολύς καιρός από την τελευταία φορά που είχαν κυνηγήσει μαζί με ανθρώπους και όταν λένε πολύς καιρός, η αίσθηση που έχω είναι σαν παγωμένος άνεμος, που έρχεται αλυχτώντας από την Πρώτη Μέρα”.
“Ποτέ δεν άκουσα για ανθρώπους που κυνηγούν μαζί με λύκους”, είπε η Εγκουέν. Η φωνή της δεν ήταν πολύ σταθερή, αλλά το ότι οι λύκοι απλώς έδειχναν να ξαπλώνουν εκεί φαινόταν να της δίνει κουράγιο.
Ο Ιλάυας δεν έδειξε αν είχε ακούσει τα λόγια της. “Οι λύκοι θυμούνται τα πράγματα με διαφορετικό τρόπο απ’ ότι οι άνθρωποι”, είπε. Τα παράξενα μάτια του πήραν ένα μακρινό βλέμμα, σαν να έπλεε κι ο ίδιος στο ρεύμα της μνήμης. “Ο κάθε λύκος θυμάται την ιστορία όλων των λύκων, ή τουλάχιστον τη μορφή της. Όπως είπα, δεν μπορείς να το χωρέσεις σε λόγια. Θυμούνται που κυνηγούσαν τη λεία τους πλάι-πλάι με τους ανθρώπους, αλλά αυτό ήταν τόσο παλιά, που είναι πιο πολύ η σκιά μιας σκιάς παρά ανάμνηση”.
“Πολύ ενδιαφέρον”, είπε η Εγκουέν και ο Ιλάυας την κοίταξε αυστηρά. “Όχι, το εννοώ. Είναι ενδιαφέρον”. Έγλειψε τα χείλη της. “Θα μπορούσες... ε... θα μπορούσες να μας διδάξεις να τους μιλάμε;”