Ο Ιλάυας ξεφύσηξε πάλι. “Δεν διδάσκεται. Μερικοί το μπορούν, μερικοί όχι. Λένε ότι αυτός μπορεί”. Έδειξε τον Πέριν.
Ο Πέριν κοίταξε το δάχτυλο του Ιλάυας σαν να ήταν μαχαίρι. Πραγματικά είναι τρελός. Οι λύκοι τον κοίταζαν πάλι. Ανακάθισε αμήχανα.
“Λέτε ότι πάτε στο Κάεμλυν”, είπε ο Ιλάυας, “αλλά αυτό δεν εξηγεί τι κάνετε εδώ, τόσες μέρες δρόμο από το κοντινότερο μέρος”. Τίναξε πίσω το μανδύα του, που ήταν φτιαγμένος από γούνινα μπαλώματα, ξάπλωσε στο πλευρό, στηριγμένος στον αγκώνα και περίμενε την απάντηση.
Ο Πέριν κοίταξε την Εγκουέν. Από νωρίς στο ταξίδι είχαν σκαρφιστεί μια ιστορία για όταν θα έβρισκαν ανθρώπους, για να εξηγήσουν πού πήγαιναν χωρίς να μπουν σε μπελάδες. Χωρίς να πουν σε κανέναν από πού πραγματικά έρχονταν, ή, τελικά, πού πραγματικά πήγαιναν. Ποιος ήξερε τι απρόσεκτες κουβέντες θα έφταναν στο αυτί κάποιου Ξέθωρου; Κάθε μέρα τη δούλευαν, την κατάστρωναν, βελτίωναν τα τρωτά σημεία της. Και είχαν αποφασίσει ότι θα την έλεγε η Εγκουέν. Τα κατάφερνε καλύτερα στα λόγια απ’ όσο ο Πέριν και ισχυριζόταν πως πάντα, βλέποντάς το πρόσωπό του, καταλάβαινε πότε έλεγε ψέματα.
Η Εγκουέν άρχισε αμέσως να μιλά δίχως δισταγμό. Ήταν από το βορρά, από τη Σαλδαία, από αγροκτήματα έξω από ένα χωριουδάκι. Πριν από αυτό, δεν είχαν βρεθεί ούτε είκοσι μίλια μακριά από τα σπίτια τους. Αλλά είχαν ακούσει ιστορίες Βάρδων και παραμύθια εμπόρων και ήθελαν να δουν λίγο τον κόσμο. Το Κάεμλυν και το Ίλιαν. Τη Θάλασσα των Καταιγίδων και, ίσως, ακόμα και τα μυθικά νησιά των Θαλασσινών.
Ο Πέριν άκουγε με ικανοποίηση. Ακόμα και ο Θομ Μέριλιν δεν θα είχε σκαρώσει καλύτερη ιστορία από τα λίγα που ήξεραν για τον κόσμο έξω από τους Δύο Ποταμούς, ή μια ιστορία πιο κατάλληλη για τις ανάγκες τους.
“Από τη Σαλδαία, ε;” είπε ο Ιλάυας, όταν τελείωσε η Εγκουέν.
Ο Πέριν ένευσε. “Σωστά. Είπαμε να δούμε πρώτα το Μάραντον. Θέλω πολύ να δω τον Βασιλιά. Αλλά η πρωτεύουσα θα είναι το πρώτο μέρος που θα ψάξουν οι πατεράδες μας”.
Αυτός ήταν ο δικός του ρόλος, να καταστήσει σαφές πως δεν είχαν βρεθεί ποτέ στο Μάραντον. Έτσι δεν θα σκεφτόταν κανείς ότι έπρεπε να ξέρουν κάτι για την πόλη, σε περίπτωση που έβρισκαν κάποιον που είχε βρεθεί εκεί. Τώρα ήταν μακριά από το Πεδίο του Έμοντ και τα γεγονότα της Νύχτας του Χειμώνα. Κανένας απ’ όσους άκουγαν την ιστορία δεν θα είχε λόγο να σκεφτεί την Ταρ Βάλον, ή τις Άες Σεντάι.
“Φοβερή ιστορία”. Ο Ιλάυας ένευσε. “Μάλιστα, φοβερή ιστορία. Υπάρχουν κάποια στραβά, αλλά το βασικό είναι ότι, όπως λέει η Σταχτιά, είναι όλη ένα ψέμα. Από την αρχή ως το τέλος”.
“Ψέμα!” αναφώνησε η Εγκουέν, “Γιατί να πούμε ψέματα;”
Οι τέσσερις λύκοι δεν είχαν κουνηθεί, αλλά δεν έμοιαζαν πια απλώς να ξαπλώνουν γύρω από τη φωτιά· αντίθετα, καραδοκούσαν, και τα κίτρινα μάτια τους παρακολουθούσαν τους δύο από το Πεδίο του Έμοντ χωρίς να ανοιγοκλείνουν.
Ο Πέριν δεν είπε τίποτα, αλλά το χέρι του πλησίασε το τσεκούρι στη μέση του. Οι τέσσερις λύκοι σηκώθηκαν όρθιοι με μια γοργή κίνηση και το χέρι του πάγωσε. Δεν έκαναν κανέναν ήχο, αλλά οι χοντρές τρίχες στους σβέρκους τους σηκώθηκαν όρθιες. Ένας από τους λύκους πίσω στα δέντρα ούρλιαξε μέσα στη νύχτα. Αλλοι του απάντησαν, πέντε, δέκα, είκοσι, ώσπου το σκοτάδι φαινόταν να δονείται. Από τη μια στιγμή στην άλλη, σίγησαν. Κρύος ιδρώτας κύλησε στο πρόσωπο του Πέριν.
“Αν νομίζεις...” Η Εγκουέν σταμάτησε για να καταπιεί. Παρά την παγωνιά και το δικό της πρόσωπο ήταν ιδρωμένο. “Αν νομίζεις πως λέμε ψέματα, τότε μάλλον θα προτιμάς να κοιμηθούμε αλλού τη νύχτα, μακριά από σένα”.
“Φυσιολογικά αυτό θα έκανα, κοπέλα μου. Αυτή τη στιγμή όμως θέλω να μάθω για τους Τρόλοκ. Και για τους Ημιάνθρωπους”. Ο Πέριν πάσχισε να κρατήσει το πρόσωπό του απαθές και ευχήθηκε να το έκανε καλύτερα απ’ όσο η Εγκουέν. Ο Ιλάυας συνέχισε με τόνο φιλικής κουβεντούλας. “Η Σταχτιά λέει πως μύρισε Ημιάνθρωπους και Τρόλοκ στο μυαλό σας, όσο λέγατε αυτή τη χαζή ιστορία. Όλοι το ίδιο μύρισαν. Κάποια μπερδέματα έχετε με Τρόλοκ και με Ανόφθαλμους. Οι λύκοι μισούν τους Τρόλοκ και τους Ημιάνθρωπους πιο πολύ από τις πυρκαγιές, πιο πολύ από κάθε τι, το ίδιο κι εγώ”.
“Ο Καμένος θέλει να ξεμπερδεύουμε μαζί σας. Αυτό το σημάδι του το έκαναν οι Τρόλοκ, πριν ακόμα χρονίσει. Λέει ότι το κυνήγι είναι λιγοστό και είστε πιο χοντροί από τα ελάφια που είδε τους τελευταίους μήνες και πρέπει να ξεμπερδεύουμε μαζί σας. Αλλά ο Καμένος πάντα είναι ανυπόμονος. Δεν μου λέτε τι έγινε; Ελπίζω να μην είστε Σκοτεινόφιλοι. Δεν μου αρέσει να σκοτώνω ανθρώπους που έφαγαν από το φαΐ μου. Μόνο μην ξεχνάτε ότι θα καταλάβουν αν λέτε ψέματα και ακόμα και η Σταχτιά είναι αναστατωμένη, σχεδόν όσο ο Καμένος”. Τα μάπα του, κίτρινα σαν τα μάτια των λύκων, δεν ανοιγόκλειναν πιο συχνά από τα δικά τους. Είναι πράγματι μάτια λύκου, σκέφτηκε ο Πέριν.