Выбрать главу

“Δεν ξέρω”. Ο Πέριν απέφυγε να κοιτάξει τους λύκους πλάι του. Ένας ήταν η Σταχτιά και ένιωθε το βλέμμα της. “Κατ’ αρχάς, δεν είναι μόνο οι Τρόλοκ”.

Ο Ιλάυας τον κοίταξε ψυχρά. “Είδα κοπάδι να βάζει κάτω και Ανόφθαλμο. Το μισό κοπάδι σκοτώθηκε, αλλά από τη στιγμή που τον μύρισαν δεν σταματούσαν. Τρόλοκ, Μυρντράαλ, όλοι το ίδιο είναι για τους λύκους. Αυτό που θέλουν είσαι εσύ, αγόρι μου. Έχουν ακούσει για άλλους ανθρώπους που μπορούν και μιλάνε με λύκους, αλλά είσαι ο πρώτος που βρήκαν εκτός από μένα. Θα δεχτούν και τη φίλη σου όμως και θα είστε πιο ασφαλείς εδώ παρά σε πόλη. Οι πόλεις έχουν Σκοτεινόφιλους”.

“Άκου”, είπε ο Πέριν βιαστικά, “θα ήθελα να μην το λες αυτό. Δεν μπορώ — να κάνω... αυτό που κάνεις, αυτό που λες”.

“Όπως θέλεις, αγόρι μου. Υποκρίσου ότι είσαι κατσίκα, αν προτιμάς. Δεν θέλεις τη σιγουριά;”

“Δεν κοροϊδεύω τον εαυτό μου. Δεν υπάρχει τίποτα για το οποίο να κοροϊδεύω τον εαυτό μου. Το μόνο που θέλουμε—”

“Πάμε στο Κάεμλυν”, είπε η Εγκουέν με σταθερή φωνή. “Και από κει στην Ταρ Βάλον”.

Ο Πέριν έκλεισε το στόμα και αντάμωσε το θυμωμένο βλέμμα της. Ήξερε ότι ακολουθούσε την αρχηγία του όταν ήθελε και την αρνιόνταν όταν δεν ήθελε, αλλά, τουλάχιστον, θα μπορούσε να τον αφήνει να απαντά μόνος του. “Εσύ τι λες, Πέριν;” είπε και απάντησε ο ίδιος, “Εγώ; Λοιπόν, για να σκεφτώ. Ναι. Ναι, νομίζω πως θα συνεχίσω”. Της χαμογέλασε γλυκά. “Τότε, Εγκουέν, συμφωνούμε. Αρα, μάλλον έρχομαι μαζί σου. Είναι ωραίο που τα συζητάμε πριν αποφασίσουμε, ε;” Εκείνη κοκκίνισε, αλλά τα χείλη της ήταν ακόμα σφιγμένα.

Ο Ιλάυας γρύλισε. “Η Σταχτιά είπε ότι αυτό θα αποφασίζατε. Είπε ότι το κορίτσι είναι βαθιά ριζωμένο στον ανθρώπινο κόσμο, ενώ εσύ” —έκανε νόημα στον Πέριν- “στέκεσαι ανάμεσα. Υπό αυτές τις συνθήκες, θα έλεγα καλύτερα να πάμε νότια μαζί σας. Αλλιώς, θα πεθάνετε από την πείνα, ή θα χαθείτε, ή—”

Ο Καμένος σηκώθηκε απότομα και ο Ιλάυας γύρισε το κεφάλι για να κοιτάξει το μεγάλο λύκο. Μετά από μια στιγμή σηκώθηκε και η Σταχτιά. Πλησίασε τον Ιλάυας, έτσι ώστε να κοιτάζει κι αυτή το βλέμμα του Καμένου. Η σκηνή έμεινε παγωμένη για αρκετά λεπτά και μετά ο Καμένος στριφογύρισε και χάθηκε στη νύχτα. Η Σταχτιά τινάχτηκε κι έπειτα ξαναπήρε τη θέση της, ξαπλώνοντας σαν να μην είχε γίνει τίποτα.

Ο Ιλάυας αντίκρισε το ερωτηματικό βλέμμα του Πέριν. “Η Σταχτιά είναι αρχηγός αυτού του κοπαδιού”, εξήγησε. “Κάποια αρσενικά θα τη νικούσαν, αν την προκαλούσαν, αλλά αυτή είναι πιο έξυπνη απ’ όλους και όλοι το ξέρουν. Έσωσε το κοπάδι αρκετές φορές. Αλλά ο Καμένος νομίζει πως το κοπάδι χάνει την ώρα του με σας τους τρεις. Μισεί τους Τρόλοκ, αυτό είναι το μόνο που υπάρχει γι’ αυτόν και, αν υπάρχουν Τρόλοκ τόσο χαμηλά, θέλει να πάει και να τους σκοτώσει”.

“Το αντιλαμβανόμαστε”, είπε η Εγκουέν, δείχνοντας ανακούφιση. “Μπορούμε να βρούμε το δρόμο.. αν μας δώσεις κάποιες οδηγίες, φυσικά”.

Ο Ιλάυας κούνησε το χέρι του. “Δεν είπα ότι αρχηγός του κοπαδιού είναι η Σταχτιά; Το πρωί θα ξεκινήσω για το νότο μαζί σας, το ίδιο θα κάνουν κι αυτοί”. Το πρόσωπο της Εγκουέν έδειξε ότι αυτό δεν ήταν ό,τι καλύτερο περίμενε να ακούσει.

Ο Πέριν καθόταν αμίλητος. Μπορούσε να νιώσει τον Καμένο που έφευγε. Και το σημαδεμένο αρσενικό δεν ήταν μόνο· καμιά δεκαριά άλλοι, όλοι νεαρά αρσενικά, έτρεξαν πίσω του. Ήθελε να πιστέψει πως για όλα έφταιγε ο Ιλάυας, που έπαιζε με τη φαντασία του, αλλά δεν μπορούσε. Λίγο πριν χαθούν από το νου του οι λύκοι που έφευγαν, ένιωσε μια σκέψη, που ήξερε ότι ερχόταν από τον Καμένο, σαφής και καθαρή, σαν να ήταν δική του σκέψη. Μίσος. Μίσος και γεύση αίματος.

24

Η Φυγή στον Αρινέλε

Κάπου στο βάθος έσταζε νερό, με κούφιες πιτσιλιές, που αντηχούσαν ασταμάτητα μέχρι να χαθεί κάθε ίχνος του σημείου απ’ όπου ξεκινούσαν. Παντού υπήρχαν πέτρινες γέφυρες και ράμπες δίχως κιγκλιδώματα, που ξεπηδούσαν από πλατιά, πέτρινα βέλη με επίπεδη κορυφή, λείες κι απαλές με κόκκινα και χρυσά χρώματα. Ο λαβύρινθος, με το ένα επίπεδο πάνω στο άλλο, απλωνόταν από τα ψηλά ως τα χαμηλά μέσα στη σκοτεινιά, δίχως να φαίνεται πουθενά αρχή ή τέλος. Κάθε γέφυρα έβγαζε σ’ ένα βέλος, κάθε ράμπα σε άλλο βέλος, άλλες γέφυρες. Προς όποια κατεύθυνση κι αν κοίταζε ο Ραντ, ό,τι μπορούσαν να διακρίνουν τα μάτια του στη θολούρα ήταν το ίδιο και πάνω και κάτω. Δεν υπήρχε αρκετό φως για να βλέπει καθαρά και, σχεδόν, χαιρόταν γι’ αυτό. Μερικές από αυτές τις ράμπες κατέληγαν σε εξέδρες, που σίγουρα ήταν ακριβώς πάνω από εκείνες απ’ όπου ξεκινούσαν, δίχως να στρίβουν. Συνέχισε, αναζητώντας την ελευθερία, ξέροντας πως ήταν ψευδαίσθηση. Τα πάντα ήταν ψευδαίσθηση.