Выбрать главу

Ήξερε την ψευδαίσθηση· την είχε ακολουθήσει τόσες φορές, που δεν μπορούσε να μην την ξέρει. Όσο κι αν προχωρούσε, πάνω ή κάτω, ή σε οποιαδήποτε κατεύθυνση, υπήρχε μόνο η λαμπερή πέτρα. Μπορεί να ήταν πέτρα, αλλά ο αέρας ήταν ποτισμένος από την υγρασία της βαθιάς, φρεσκοανοιγμένης γης και την αηδιαστική γλύκα της σαπίλας. Η οσμή ενός τάφου, που είχε ανοιχτεί άκαιρα. Ο Ραντ προσπάθησε να μην ανασάνει, αλλά η μυρωδιά γέμισε τα ρουθούνια του και κόλλησε στο δέρμα του σαν λάδι.

Το βλέμμα του έπιασε ένα πετάρισμα και ο Ραντ μαρμάρωσε εκεί που στεκόταν, μισοσκυμμένος στο γυαλισμένο παραπέτο γύρω από την κορυφή ενός βέλους. Δεν ήταν καλή κρυψώνα. Υπήρχαν χίλια μέρη απ’ όπου μπορούσε κάποιος να τον δει. Ο αέρας ήταν γεμάτος σκιές, αλλά δεν υπήρχαν βαθύτερες σκιές για να κρυφτεί. Το φως δεν έβγαινε από λάμπες, ή φανάρια, ή δαυλούς· απλώς ήταν εκεί, έτσι όπως ήταν, σαν να στάλαζε από τον αέρα. Αρκετό για να βλέπει, κατά κάποιον τρόπο· αρκετό για να τον βλέπουν. Αλλά η ακινησία πρόσφερε κάποια προστασία, έστω και μικρή.

Η κίνηση ξαναφάνηκε και τώρα ήταν πιο συγκεκριμένη. Ένας άνδρας που προχωρούσε με μεγάλες δρασκελιές σε μια μακρινή ράμπα, αδιάφορος για τα κιγκλιδώματα που έλειπαν και για το χάσμα που ανοιγόταν. Ο μανδύας του ανέμιζε με τις μεγαλόπρεπες, βιαστικές κινήσεις του και το κεφάλι του γυρνούσε ψάχνοντας, ψάχνοντας. Η απόσταση ήταν μεγάλη και ο Ραντ διέκρινε μόνο τη μορφή στη σκοτεινιά, αλλά δεν ήταν ανάγκη να πλησιάσει για να δει ότι ο μανδύας είχε το κόκκινο χρώμα του φρέσκου αίματος, ότι τα ερευνητικά μάτια φλέγονταν σαν καμίνια.

Προσπάθησε να ακολουθήσει το λαβύρινθο με το βλέμμα, να δει πόσες συνδέσεις χρειαζόταν ο Μπα’άλζαμον μέχρι να τον φτάσει, ύστερα όμως εγκατέλειψε την προσπάθεια ως άχρηστη. Εδώ οι αποστάσεις ήταν απατηλές, άλλο ένα μάθημα που είχε πάρει. Αυτό που έμοιαζε μακρινό, ίσως μπορούσε να το φτάσει στρίβοντας μια γωνία· αυτό που έμοιαζε κοντινό, ίσως να ήταν απλησίαστο. Το μόνο που μπορούσε να κάνει, όπως έκανε από την αρχή, ήταν να συνεχίσει να προχωρά. Να προχωρά και να μην σκέφτεται. Ήξερε πως ήταν επικίνδυνο να σκέφτεται.

Όμως, όπως γυρνούσε την πλάτη στην απόμακρη μορφή του Μπα’άλζαμον, δεν άντεξε και αναρωτήθηκε για τον Ματ. Αραγε, ήταν κι ο Ματ κάπου εδώ σ’ αυτό το λαβύρινθο; Ή μήπως υπάρχουν δύο λαβύρινθοι, δύο Μπα’άλζαμον; Το μυαλό του στράφηκε μακριά απ’ αυτή την ιδέα· παραήταν φρικτή για να τη συλλογιστεί. Είναι σαν το Μπάερλον; Τότε γιατί δεν μπορεί να με βρει; Αυτό ήταν κάπως καλύτερο. Κάποια παρηγοριά. Παρηγοριά; Μα το αίμα και τις στάχτες, πού είδες την παρηγοριά;

Δυο-τρεις φορές παρά λίγο θα τον συναντούσε, αν και δεν τις θυμόταν καλά, αλλά για αρκετή ώρα —πόση;- έτρεχε, ενώ ο Μπα’άλζαμον τον καταδίωκε μάταια. Εδώ ήταν σαν το Μπάερλον, ή μήπως ήταν μονάχα ένας εφιάλτης, μονάχα όνειρο, σαν τα όνειρα των άλλων;

Για μια στιγμή τότε —όσο κρατούσε μια ανάσα- κατάλαβε γιατί ήταν επικίνδυνο να σκέφτεται, τι ήταν επικίνδυνο να σκέφτεται. Όπως και άλλοτε, κάθε φορά που άφηνε τον εαυτό του να σκεφτεί, ότι αυτό που τον περικύκλωνε ήταν όνειρο, ο αέρας τρεμούλιαζε, θολώνοντας την όρασή του. Γινόταν πηχτός, τον συγκρατούσε. Μονάχα για μια στιγμή.

Η ξερή ζέστη έκανε το δέρμα του να σκάει, και ο λαιμός του είχε στεγνώσει εδώ και ώρα καθώς έτρεχε στο λαβύρινθο με τους φράχτες από αγκαθωτούς θάμνους. Πόσος καιρός να είχε περάσει; Ο ιδρώτας εξατμιζόταν, πριν προλάβει να αφήσει κόμπους πάνω του και τα μάτια του έκαιγαν. Ψηλά πάνω του —όχι όμως πολύ ψηλά — λυσσομανούσαν γκρίζα αστραφτερά σύννεφα με πινελιές μαύρου, όμως ούτε πνοή δεν φυσούσε στο λαβύρινθο. Για μια στιγμή του φάνηκε πως πριν ήταν αλλιώς, αλλά η σκέψη εξατμίστηκε στη λάβρα. Βρισκόταν πολύ καιρό σ’ αυτό το μέρος. Ήταν επικίνδυνο να σκέφτεσαι, το ήξερε αυτό.

Λείες πέτρες, ασπριδερές και στρογγυλεμένες, σχημάτιζαν ένα πρόχειρο δρόμο, μισοθαμμένες στην ξερή σαν κόκαλο σκόνη, που τιναζόταν με συννεφάκια, ακόμα και στο πιο ελαφρύ του βήμα. Του γαργαλούσε τη μύτη, με κίνδυνο να φτερνιστεί και να φανερωθεί· όταν προσπάθησε να ανασάνει από το στόμα, η σκόνη του έκλεισε το λαρύγγι και πνίγηκε.

Ήταν επικίνδυνο μέρος· κι αυτό το ήξερε. Μπροστά του έβλεπε τρία ανοίγματα στον ψηλό τοίχο από αγκαθωτούς θάμνους και ο δρόμος μετά έστριβε και δεν φαινόταν. Ο Μπα’άλζαμον ίσως πλησίαζε μια απ’ αυτές τις στροφές, ενώ ο ίδιος ακόμα το σκεφτόταν. Τον είχε ήδη συναντήσει δύο ή τρεις φορές, αν και δεν μπορούσε να θυμηθεί πολλά, παρά μόνο ότι είχαν συμβεί και είχε ξεφύγει... με κάποιον τρόπο. Ήταν επικίνδυνο να σκέφτεσαι πολύ.