Λαχανιασμένος από την κάψα, στάθηκε για να εξετάσει τον τοίχο του λαβύρινθου. Ήταν από πυκνούς αγκαθωτούς θάμνους, με καφετί χρώμα, που έμοιαζαν να έχουν ξεραθεί, με μοχθηρά μαύρα αγκάθια, σαν αγκίστρια μήκους τριών εκατοστών. Ήταν πολύ ψηλοί για να δει από πάνω και πολύ πυκνοί για να δει από μέσα. Άγγιξε επιφυλακτικά τον τοίχο και άφησε μια πνιχτή κραυγή. Παρά την προσοχή του, ένα αγκάθι, που έκαιγε σαν καυτή βελόνα, είχε τρυπήσει το δάχτυλό του. Έκανε πίσω τρεκλίζοντας, με τις φτέρνες του να σκοντάφτουν στις πέτρες, κουνώντας το δάχτυλο, που σκόρπιζε πηχτές στάλες αίμα. Το κάψιμο υποχώρησε, όμως ολόκληρο το χέρι του πονούσε.
Ξαφνικά ξέχασε τον πόνο. Η φτέρνα του είχε αναποδογυρίσει μια λεία πέτρα, την είχε βγάλει από το ξερό έδαφος με μια κλωτσιά. Την κοίταξε και του αντιγύρισαν το βλέμμα άδειες κόγχες ματιών. Ένα κρανίο. Ένα ανθρώπινο κρανίο. Κοίταξε το δρόμο με τις λείες, χλωμές πέτρες, που ήταν ολόιδιες. Πήρε βιαστικά τα πόδια του, αλλά δεν μπορούσε να κουνηθεί χωρίς να βηματίσει πάνω τους και δεν μπορούσε να σταθεί χωρίς να τις πατήσει. Μια τυχαία σκέψη πήρε αόριστη μορφή, ότι, ίσως, τα πράγματα να μην ήταν αυτό που φαίνονταν, αλλά την έδιωξε αμέσως. Εδώ ήταν επικίνδυνο να σκέφτεσαι.
Κατάφερε κάπως να συνέρθει. Ήταν επίσης επικίνδυνο να στέκεσαι σε ένα μέρος. Ήταν κάτι απ’ αυτά που ήξερε αόριστα, αλλά με βεβαιότητα. Μόνο λίγες σταγόνες αίμα έσχαζαν τώρα από το δάχτυλό του και ο πόνος είχε σχεδόν χαθεί. Ρούφηξε το δάχτυλο του και συνέχισε να προχωρά, παίρνοντας την κατεύθυνση στην οποία έτυχε να είναι στραμμένος. Εδώ όλοι οι δρόμοι ήταν ίδιοι.
Θυμήθηκε που κάποτε είχε ακούσει ότι μπορείς να βγεις από λαβύρινθο, αν πάντα στρίβεις προς την ίδια κατεύθυνση. Στο πρώτο άνοιγμα του τοίχου των αγκαθιών έστριψε δεξιά, έπειτα πάλι δεξιά στο επόμενο. Και βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με τον Μπα’άλζαμον.
Ο Μπα’άλζαμον φάνηκε να εκπλήσσεται και, καθώς σταματούσε απότομα, ο μανδύας του, με το χρώμα του αίματος, έπεσε. Φλόγες θέριεψαν στα μάτια του, αλλά μέσα στη ζέστη του λαβύρινθου ο Ραντ δεν τις ένιωσε, σχεδόν καθόλου.
“Πόσο ακόμα νομίζεις ότι θα με αποφεύγεις, αγόρι μου; Πόσο ακόμα νομίζεις ότι θα αποφεύγεις τη μοίρα σου; Είσαι δικός μου!”
Ο Ραντ, οπισθοχωρώντας με ασταθή βήματα, αναρωτήθηκε γιατί το χέρι του ψαχούλευε τη μέση του, σαν να έψαχνε για σπαθί. “Φως βοήθησέ με”, μουρμούρισε. “Φως βοήθησε με”. Δεν θυμόταν τι σήμαινε αυτό.
“Το Φως δεν θα σε βοηθήσει, αγόρι μου και ο Οφθαλμός του Κόσμου δεν θα σε υπηρετήσει. Είσαι το λαγωνικό μου και, αν δεν τρέχεις όταν σε διατάζω, θα σε στραγγαλίσω με το πτώμα του Μεγάλου Ερπετού!”
Ο Μπα’άλζαμον άπλωσε το χέρι και ξαφνικά ο Ραντ ένιωσε πως ήξερε έναν τρόπο να ξεφύγει, μια θαμπή, άμορφη θύμηση γεμάτη κινδύνους, που όμως δεν ήταν τίποτα μπροστά στον κίνδυνο να τον αγγίξει ο Σκοτεινός.
“Όνειρο!” φώναξε ο Ραντ. “Είναι όνειρο!”
Τα μάτια του Μπα’άλζαμον άρχισαν ν’ ανοίγουν διάπλατα, από έκπληξη ή θυμό, ή και από τα δύο μαζί και μετά ο αέρας τρεμούλιασε και τα χαρακτηριστικά του θόλωσαν και ξεθώριασαν.
Ο Ραντ στριφογύρισε επιτόπου, κοιτάζοντας γύρω του. Κοιτάζοντας την ίδια του την εικόνα, που του εμφανιζόταν πολλαπλασιασμένη χίλιες φορές. Δέκα χιλιάδες φορές. Από πάνω υπήρχε σκότος και σκότος από κάτω, ολόγυρά του, όμως έστεκαν καθρέφτες, καθρέφτες βαλμένοι υπό κάθε γωνία, καθρέφτες ως εκεί που έφτανε το βλέμμα του, που όλοι έδειχναν τον ίδιο να στρίβει μισοσκυμμένος, κοιτάζοντας με μάτια ορθάνοιχτα και φοβισμένα.
Μια κόκκινη θαμπάδα πέρασε μπροστά από τους καθρέφτες. Ο Ραντ έστριψε, προσπαθώντας να την πιάσει με το βλέμμα, αλλά σε όλους τους καθρέφτες κυλούσε πίσω από την ίδια του την εικόνα και εξαφανιζόταν. Έπειτα ξανάρθε, αλλά όχι σαν θαμπάδα. Ο Μπα’άλζαμον προχώρησε με μεγάλα βήματα μπροστά από τους καθρέφτες, δέκα χιλιάδες Μπα’άλζαμον, που έψαχναν, που διέσχιζαν ασταμάτητα τους ασημόχρωμους καθρέφτες.
Βρέθηκε να κοιτάζει το είδωλο του ίδιου του προσώπου του, που έτρεμε ωχρό στο τσουχτερό κρύο. Το καθρέφτισμα του Μπα’άλζαμον μεγάλωσε πίσω από το δικό του, κοιτάζοντάς τον δεν έβλεπε, μα έστεκε ακίνητο. Σε όλους τους καθρέφτες, οι φλόγες του προσώπου του Μπα’άλζαμον μαίνονταν πίσω του, απλώνονταν, κατέτρωγαν, πλησίαζαν. Ήθελε να ουρλιάξει, αλλά ο λαιμός του είχε παγώσει. Μόνο ένα πρόσωπο υπήρχε σε κείνους τους ατέλειωτους καθρέφτες. Το δικό του πρόσωπο. Το πρόσωπο του Μπα’άλζαμον. Ένα πρόσωπο.
Ο Ραντ τινάχτηκε και άνοιξε τα μάτια. Σκοτάδι, που το απάλυνε μονάχα ένα χλωμό φως. Ανασαίνοντας ελάχιστα, έμεινε ακίνητος και μόνο έπαιξε τα μάτια του. Ξάπλωνε αγκαλιάζοντας το κεφάλι του και μια τραχιά μάλλινη κουβέρτα τον σκέπαζε ως τους ώμους. Ένιωσε λεία σανίδια κάτω από τα χέρια του. Σανίδες καταστρώματος. Ξάρτια έτριξαν μέσα στη νύχτα. Ανάσανε βαθιά. Ήταν στο Αφρόνερο. Το όνειρο είχε τελειώσει... τουλάχιστον για άλλη μια νύχτα.