Ασυναίσθητα, έβαλε το δάχτυλό του στο στόμα. Του κόπηκε η ανάσα, όταν γεύτηκε αίμα. Έφερε το χέρι κοντά στα μάτια του για να μπορέσει να κοιτάξει στο αμυδρό φεγγαρόφωτο και είδε ένα κόμπο αίμα να βγαίνει στο ακροδάχτυλό του. Αίμα, από το τσίμπημα ενός αγκαθιού.
Το Αφρόνερο κατέβαινε όσο πιο γρήγορα μπορούσε τον Αρινέλε. Ο άνεμος ήταν δυνατός, αλλά φυσούσε από τέτοιες κατευθύνσεις, που τα πανιά ήταν άχρηστα. Παρά τις διαταγές του καπετάνιου Ντόμον για ταχύτητα, το σκάφος σερνόταν. Τις νύχτες ένας ναύτης στην πλώρη έριχνε ένα μολυβένιο βαρίδι αλειμμένο με ξύγκι κάτω από το φως ενός φαναριού και φώναζε το βάθος στον τιμονιέρη, ενώ το ρεύμα παρέσυρε προς τα κάτω το πλοίο κόντρα στον άνεμο και με τα κουπιά ανεβασμένα. Στον Αρινέλε δεν υπήρχε φόβος για βράχια, αλλά αφθονούσαν τα ρηχά και αμμώδη σημεία, στα οποία μπορούσε να εξοκείλει ένα πλοίο και να μείνει χωμένο με την πλώρη, ή και ολόκληρο στη λάσπη, μέχρι να έρθει βοήθεια. Αν αυτοί που το πρωτοέβρισκαν είχαν έρθει για βοήθεια. Τις μέρες, τα κουπιά δούλευαν από την ανατολή ως τη δύση, ο άνεμος όμως τα αντιμαχόταν, σαν να ήθελε να σπρώξει το πλοίο ανάντα.
Δεν έδεναν στην όχθη, ούτε μέρα ούτε νύχτα. Ο Μπέυλ Ντόμον πίεζε και το πλοίο και το πλήρωμα, τα έβαζε με τον ενάντιο άνεμο, βλαστημούσε τη βραδυπορία τους. Κατσάδιαζε τους ναύτες, λέγοντας ότι τεμπέλιαζαν στα κουπιά και τους έλουζε πατόκορφα για κάθε κακοβαλμένο σχοινί· η χαμηλή, σκληρή φωνή του μιλούσε γλαφυρά για αντεροβγάλτες Τρόλοκ, τρία μέτρα ψηλούς, στο κατάστρωμα. Τις πρώτες δύο μέρες αυτό έφτανε για να τους δώσει φτερά. Ύστερα, το σοκ της επίθεσης των Τρόλοκ άρχισε να σβήνει και οι άνδρες να μουρμουρίζουν πόσο θα ήθελαν μια ώρα στην όχθη για να ξεμουδιάσουν τα πόδια τους και πόσο επικίνδυνο ήταν να κατεβαίνουν το ποτάμι μέσα στο σκοτάδι.
Οι ναύτες δεν έλεγαν τα παράπονα τους μεγαλόφωνα και πρόσεχαν με την άκρη του ματιού μην είναι κοντά ο καπετάνιος Ντόμον και τους ακούσει, αλλά αυτός έμοιαζε να ακούει όλα όσα λέγονταν στο πλοίο. Κάθε φορά που άρχιζαν τα παράπονα, έβγαζε σιωπηλός το μακρύ σπαθί, που θύμιζε δρεπάνι και το τσεκούρι με την απειλητική γυριστή λεπίδα, τα οποία είχαν βρεθεί στο κατάστρωμα μετά την επίθεση. Τα κρεμούσε από το κατάρτι μια ώρα κι εκείνοι που είχαν πληγωθεί άγγιζαν τους επιδέσμους τους και τα παράπονα ησύχαζαν... για μια-δυο μέρες, τουλάχιστον, ώσπου κάποιος ναύτης ξανάρχιζε να σκέφτεται ότι είχαν πια απομακρυνθεί από τους Τρόλοκ. Κι έτσι ο κύκλος ξανάρχιζε.
Ο Ραντ πρόσεξε ότι ο Θομ Μέριλιν απέφευγε τους ναύτες, όταν άρχιζαν να μιλούν ψιθυριστά με ύφος συννεφιασμένο· συνήθως τους χτυπούσε φιλικά στην πλάτη και έλεγε αστεία και αλληλοπειράζονταν μαζί τους με τέτοιο τρόπο, που χαμογελούσαν ακόμα και όσοι ήταν πνιγμένοι στη δουλειά. Ο Θομ παρακολουθούσε αυτούς τους κρυφούς ψιθύρους επιφυλακτικά, ενώ έδειχνε να είναι απορροφημένος με το άναμμα της μακριάς πίπας του, ή με το κούρδισμα της άρπας του, ή κάνοντας οτιδήποτε άλλο, εκτός του να δίνει προσοχή στο πλήρωμα. Ο Ραντ δεν καταλάβαινε γιατί. Το πλήρωμα δεν φαινόταν να κατηγορεί τους τρεις, που είχαν έρθει στο πλοίο κυνηγημένοι από τους Τρόλοκ, αλλά τον Φλόραν Γκελμπ.
Την πρώτη μέρα, όπου και να πήγαιναν, έβρισκαν τη νευρώδη μορφή του να μιλά σε όσους ναύτες κατάφερνε να στριμώξει και να τους λέει τη δίκη του εκδοχή για τη νύχτα που είχαν έρθει στο πλοίο ο Ραντ και οι άλλοι. Ο Γκελμπ, άλλοτε κοκορευόταν και άλλοτε κλαψούριζε, και, όταν έδειχνε τον Θομ και τον Ματ και πιο πολύ τον Ραντ, πάντα έκανε μια γκριμάτσα δυσαρέσκειας, προσπαθώντας να ρίξει την ευθύνη πάνω τους.
“Είναι ξένοι”, ικέτευσε ο Γκελμπ, χαμηλόφωνα, έχοντας το νου του μην τυχόν και πλησίαζε ο καπετάνιος. “Τι ξέρουμε γι’ αυτούς; Ότι οι Τρόλοκ ήρθαν μαζί τους, να τι. Έχουν κάνει συμμαχία”.
“Μα τη μοίρα μου, Γκελμπ. Βούλωσε το”, μούγκρισε ένας άνδρας, με μαλλιά δεμένα αλογοουρά και με τατουάζ στο μάγουλο, που έδειχνε ένα μικρό γαλάζιο άστρο. Δεν κοίταζε τον Γκελμπ, αλλά τύλιγε κουλούρα ένα σχοινί στο κατάστρωμα, πιάνοντάς το με τα δάχτυλα των γυμνών ποδιών του. Όλοι οι ναύτες ήταν ξυπόλητοι παρά το κρύο· οι μπότες γλιστρούσαν στο υγρό κατάστρωμα. “Θα έλεγες Σκοτεινόφιλη ακόμα και τη μάνα σου, αν ήταν να γλιτώσεις δουλειά. Χάσου από τα μάτια μου!” Έφτυσε στο πόδι του Γκελμπ και ξανάπιασε το σχοινί.
Όλα τα μέλη του πληρώματος θυμόντουσαν ότι ο Γκελμπ είχε παρατήσει τη βάρδιά του και η πιο ευγενική αντίδραση ήταν αυτή του άνδρα με την αλογοουρά. Κανένας δεν ήθελε να δουλέψει μαζί του. Του ανέθεταν μοναχικές δουλειές, πάντα βρώμικες, όπως το να τρίβει τα λιγδερά μέρη του μαγειρείου, ή να σέρνεται με την κοιλιά στη σεντίνα για να βρει τρύπες στο σκαρί, μέσα από το βόρβορο που είχε μαζευτεί με τα χρόνια. Σύντομα σταμάτησε να μιλά σε οποιονδήποτε. Οι ώμοι του καμπούριασαν αμυντικά και, σε αντίδραση, πήρε στάση θιγμένης σιωπής — όσο περισσότεροι τον έβλεπαν, τόσο πιο θιγμένη, αν και μόνη απάντηση ήταν κάποιο γρύλισμα. Όταν το βλέμμα του Γκελμπ έπεφτε στον Ραντ, όμως, ή στον Ματ, ή στον Θομ, μια δολοφονική έκφραση περνούσε από το πρόσωπό του με τη μακριά του μύτη.