Όταν ο Ραντ ανέφερε στον Ματ ότι ο Γκελμπ κάποια στιγμή θα τους έβαζε σε μπελάδες, ο Ματ κοίταξε στο πλοίο γύρω του και είπε, “Μπορούμε να εμπιστευτούμε κάποιον απ’ αυτούς; Οποιονδήποτε απ’ αυτούς;” Έπειτα πήγε και βρήκε μέρος μόνος του, ή όσο μόνος μπορούσε να είναι σε ένα πλοίο μήκους μικρότερου των τριάντα βημάτων από την υψωμένη πλώρη του ως την πρύμνη, όπου ήταν τοποθετημένο το δοιάκι. Μετά τη νύχτα στη Σαντάρ Λογκόθ, ο Ματ περνούσε υπερβολικά πολλές ώρες μόνος· ο Ραντ τον έβλεπε να στοχάζεται μελαγχολικός.
Ο Θομ είπε, “Αν έχουμε μπελάδες, δεν θα μας έρθουν από τον Γκελμπ, αγόρι μου. Τουλάχιστον ακόμα. Κανένας από τους άλλους δεν τον υποστηρίζει και ο Γκελμπ δεν έχει κότσια να κάνει κάτι μόνος του. Όμως οι άλλοι, τώρα...; Ο Ντόμον μοιάζει, σχεδόν, να πιστεύει πως οι Τρόλοκ κυνηγούν αυτόν προσωπικά, αλλά οι υπόλοιποι νομίζουν πως ο κίνδυνος πέρασε. Μπορεί και να αποφασίσουν ότι μπούχτισαν μ’ αυτή την ιστορία. Στο τσακ είναι τώρα”. Έσιαξε το μανδύα του με τα μπαλώματα και ο Ραντ είχε την αίσθηση ότι έψαχνε τα κρυμμένα μαχαίρια του — το δεύτερο καλύτερο ζευγάρι που είχε. “Αν κάνουν ανταρσία, αγόρι μου, δεν θα αφήσουν πίσω επιβάτες για να τους μαρτυρήσουν. Η Γραφή της Βασίλισσας μπορεί να μην έχει μεγάλη εξουσία τόσο μακριά από το Κάεμλυν, αλλά ακόμα κι ένας δήμαρχος δεν θα το άφηνε να περάσει έτσι”. Από κει και μετά προσπαθούσε κι ο Ραντ να περνά απαρατήρητος, όταν παρακολουθούσε τους ναύτες.
Ο Θομ έκανε ό,τι μπορούσε για να διώξει από τους ναύτες κάθε σκέψη περί ανταρσίας. Κάθε πρωί και κάθε βράδυ έλεγε ιστορίες και τις στόλιζε μ’ όλες τις φιοριτούρες και στο ενδιάμεσο έπαιζε όποιο τραγούδι του ζητούσαν. Για να δώσει βάση στον ισχυρισμό τους, ότι ο Ραντ και ο Ματ ήταν μαθητευόμενοί του, κανόνισε να έχουν κάθε μέρα μια συγκεκριμένη ώρα για μαθήματα, κάτι που ήταν, επίσης, διασκέδαση για το πλήρωμα. Φυσικά δεν άφηνε ούτε τον έναν ούτε τον άλλο να αγγίξουν την άρπα του και οι απόπειρές τους με το φλάουτο είχαν σαν αποτέλεσμα μορφασμούς οδύνης, τουλάχιστον στην αρχή, και γέλια από τους ναύτες, ακόμα και όταν σκέπαζαν τα αυτιά τους.
Δίδαξε στα αγόρια μερικές από τις πιο εύκολες ιστορίες, λίγες απλές κυβισθήσεις και φυσικά να παίζουν τα μπαλάκια. Ο Ματ παραπονέθηκε γι’ αυτά που τους ζητούσε ο Θομ να κάνουν, αλλά εκείνος απλώς φύσηξε τα μουστάκια του και τον αγριοκοίταξε με τη σειρά του.
“Δεν ξέρω πώς να διδάξω στα ψέματα, αγόρι μου. Ή διδάσκω κάτι, ή όχι. Λοιπόν! Ακόμα κι ένας χοντροκέφαλος χωριάτης πρέπει να μπορεί να σταθεί όρθιος στα χέρια του. Σηκωθείτε”.
Οι ναύτες που δεν δούλευαν πάντα έρχονταν να καθίσουν γονατιστοί σε κύκλο γύρω από τους τρεις τους. Μερικοί μάλιστα δοκίμαζαν κι αυτοί να πάρουν μέρος στα μαθήματα που δίδασκε ο Θομ, γελώντας οι ίδιοι με τις αδέξιες κινήσεις τους. Ο Γκελμπ στεκόταν μόνος και παρακολουθούσε με ύφος σκοτεινό, μισώντας τους πάντες.
Ο Ραντ περνούσε αρκετές ώρες κάθε μέρα σκύβοντας στην κουπαστή και κοιτάζοντας την όχθη. Δεν περίμενε πραγματικά ότι θα έβλεπε την Εγκουέν, ή κάποιον από τους υπόλοιπους, να εμφανίζεται ξαφνικά στην ακροποταμιά, αλλά το πλοίο ταξίδευε τόσο αργά, που, μερικές φορές, το ήλπιζε. Μπορούσαν να τους προφτάσουν δίχως να ζορίσουν πολύ τα άλογά τους. Αν είχαν γλιτώσει. Αν ζούσαν ακόμα.
Το ποτάμι συνέχισε να κυλά δίχως ίχνος ζωής, δίχως να φαίνεται άλλο πλοίο εκτός από το Αφρόνερο. Αυτό όμως δεν σήμαινε ότι δεν υπήρχε τίποτα να δει και να θαυμάσει κανείς. Κατά το μεσημέρι της πρώτης μέρας, ο Αρινέλε πέρασε ανάμεσα από ψηλές απόκρημνες πλαγιές, που απλωνόνταν για μισό μίλι και από τις δύο πλευρές. Σ’ όλο αυτό το μήκος είχαν σμιλευτεί φιγούρες πάνω στην πέτρα, άνδρες και γυναίκες, ύψους τριάντα μέτρων η καθεμιά, με στέμματα που τους ανακήρυσσαν βασιλιάδες και βασίλισσες. Δεν υπήρχαν δύο όμοιοι σ’ αυτή τη βασιλική πομπή και χρόνια πολλά χώριζαν την πρώτη από την τελευταία. Ο αέρας και η βροχή είχαν λειάνει εκείνες που ήταν στη βόρεια πλευρά, είχαν σβήσει σχεδόν τελείως τα χαρακτηριστικά τους και τα πρόσωπα και οι λεπτομέρειες γινόταν πιο σαφείς, καθώς προχωρούσαν προς το νότο. Το νερό έγλυφε τα πόδια των αγαλμάτων, πόδια που είχαν γίνει στρογγυλεμένοι κόμποι, όσα δεν είχαν χαθεί εντελώς. Πόσον καιρό στέκουν εδώ; αναρωτήθηκε ο Ραντ. Πόσον καιρό για να φάει το ποτάμι τόση πέτρα; Κανένας από το πλήρωμα δεν καταδέχτηκε να σηκώσει το βλέμμα από τη δουλειά του, τόσες φορές είχαν ξαναδεί τα αρχαία αγάλματα.