Выбрать главу

Μια άλλη φορά, όταν στην ανατολική όχθη υπήρχε πάλι επίπεδη περιοχή με λιβάδια και αραιά και πού συστάδες, κάτι είχε γυαλίσει στον ήλιο. “Τι να ’ναι άραγε;” αναρωτήθηκε ο Ραντ φωναχτά. “Μοιάζει με μέταλλο”.

Ο καπετάνιος Ντόμον περνούσε εκείνη την ώρα και στάθηκε να κοιτάξει μισοκλείνοντας τα μάτια τη λάμψη. “Είναι μέταλλο”, είπε. Τα λόγια του ακόμα ακουγόταν βιαστικά, αλλά ο Ραντ είχε μάθει να τα καταλαβαίνει χωρίς να σπάει το κεφάλι του. “Ένας πύργος από μέταλλο. Τον είδα από κοντά και το ξέρω. Οι έμποροι του ποταμού τον έχουν για σημάδι. Θέλουμε δέκα μέρες ακόμα για την Ασπρογέφυρα, έτσι που πάμε”.

“Μεταλλικός πύργος;” είπε ο Ραντ και ο Ματ, που καθόταν σταυροπόδι με την πλάτη ακουμπισμένη σ’ ένα βαρέλι, ξύπνησε από τους στοχασμούς του για να ακούσει.

Ο καπετάνιος ένευσε. “Μάλιστα. Αστραφτερό ατσάλι, όπως το αγγίζεις και το βλέπεις, αλλά ούτε κόκκος σκουριάς. Πενήντα μέτρα ύψος, πλάτος σαν σπίτι, δίχως σημάδι και ποτέ κανείς δεν βρήκε άνοιγμα”.

“Πάω στοίχημα πως μέσα έχει θησαυρό”, είπε ο Ματ. Σηκώθηκε και κοίταξε το μακρινό πύργο, καθώς το ποτάμι τραβούσε το Αφρόνερο πιο κάτω. “Τέτοιο πράγμα πρέπει να το έφτιαξαν για να προστατεύσουν κάτι πολύτιμο”.

“Μπορεί, παλικάρι μου”, μούγκρισε ο καπετάνιος. “Υπάρχουν όμως και πιο παράξενα πράγματα στον κόσμο. Στο Τρεμάλκινγκ, ένα από τα νησιά των Θαλασσινών, υπάρχει ένα πέτρινο χέρι δεκαπέντε μέτρα ψηλό, που ξεπροβάλλει από ένα λόφο, σφίγγοντας μια κρυστάλλινη σφαίρα, μεγάλη σαν αυτό το πλοίο. Σίγουρα, αν υπάρχουν κάπου στον κόσμο θησαυροί, θα είναι κάτω από αυτό το λόφο, αλλά οι νησιώτες δεν θέλουν σκαψίματα εκεί και όσο για τους Θαλασσινούς, το μόνο που τους νοιάζει είναι να αρμενίζουν με τα πλοία τους και να ψάχνουν για την Κοραμούρ, την Εκλεκτή τους”.

“Εγώ θα έσκαβα”, είπε ο Ματ. “Πόσο μακριά είναι το... το Τρεμάλκινγκ;” Μια συστάδα δέντρων είχε μπει μπροστά στον αστραφτερό πύργο, αλλά ο Ματ κοίταζε σαν να τον έβλεπε ακόμα.

Ο καπετάνιος Ντόμον κούνησε το κεφάλι. “Όχι, παλικάρι μου, δεν είναι ο θησαυρός που σε κάνει να βλέπεις τον κόσμο. Αν βρεις μια χούφτα χρυσάφι, ή τα πετράδια κάποιου πεθαμένου βασιλιά, όλα ωραία και καλά, αλλά αυτό που σε σπρώχνει στον άλλο ορίζοντα είναι το παράξενο που βλέπεις. Στο Τάντσικο —είναι ένα λιμάνι στον Ωκεανό Άρυθ- λένε ότι μέρη του Παλατιού του Πανάρχη φτιάχτηκαν στην Εποχή των Θρύλων. Εκεί είναι ένας τοίχος με διάζωμα, που δείχνει ζώα τα οποία δεν τα έχει δει ποτέ ανθρώπου μάτι”.

“Όλα τα παιδιά μπορούν να ζωγραφίσουν ζώο που δεν το έχει ξαναδεί κανείς”, είπε ο Ραντ και ο καπετάνιος γέλασε πνιχτά.

“Ναι, παλικάρι μου, μπορούν να το ζωγραφίσουν. Μπορεί, όμως, ένα παιδί να φτιάξει τα κόκαλα αυτών των ζώων; Στο Τάντσικο τα έχουν, δεμένα μαζί, όπως ήταν το ζώο. Στέκουν σ’ ένα μέρος του Παλατιού του Πανάρχη, που όποιος θέλει μπορεί να μπει και να δει. Το Τσάκισμα άφησε πίσω του χίλια θαύματα και πέρασαν πεντ’ έξι αυτοκρατορίες από τότε, ή και περισσότερες, μερικές αντάξιες εκείνης του Άρτουρ του Γερακόφτερου και η καθεμιά άφηνε πράγματα να δεις, ή να βρεις. Φωτόραβδα και ξυραφοδαντέλα και καρδιόπετρα. Ένα κρυστάλλινο καφασωτό, που σκεπάζει ένα νησί και βουίζει όταν βγαίνει το φεγγάρι. Ένα βουνό, που το έσκαψαν σαν γαβάθα και στο κέντρο του είναι ένα ασημένιο καρφί εκατό απλωσιές ψηλό και όσοι το πλησιάζουν κοντύτερα από ένα μίλι πεθαίνουν. Σκουριασμένα ερείπια και απομεινάρια και πράγματα που βρίσκεις στο βυθό του ωκεανού, πράγματα που δεν ξέρουν το νόημά τους ακόμα και τα πιο παλιά βιβλία. Εγώ έχω μαζέψει μερικά. Πράγματα που δεν τα έχεις δει ούτε στο όνειρό σου, σε πιο πολλά μέρη απ’ όσα μπορείς να δεις σε δέκα ζωές. Να τι είναι το παράξενο που θα σε τραβήξει”.

“Κάποτε σκάβαμε και βρίσκαμε κόκαλα στους Λόφους της Άμμου”, είπε ο Ραντ αργά. “Παράξενα κόκαλα. Μια φορά, ένα κομμάτι από ψάρι —νομίζω ότι ήταν ψάρι- μεγάλο ίσαμε το πλοίο. Μερικοί έλεγαν ότι είναι γρουσουζιά να σκάβεις στους λόφους”.

Ο καπετάνιος του έριξε μια διαπεραστική ματιά. “Σκέφτέσαι κιόλας το σπίτι σου, παλικάρι μου κι ακόμα δεν βγήκες καλά-καλά στον κόσμο; Ο κόσμος θα σου βάλει ένα αγκίστρι στο στόμα. Θα πας να κυνηγήσεις το ηλιοβασίλεμα, περίμενε και θα δεις... και, αν ποτέ γυρίσεις στο χωριό σου, δεν θα σε χωρά”.