Выбрать главу

“Όχι!” Ξαφνιάστηκε. Πόσον καιρό είχε να σκεφτεί την πατρίδα του, το Πεδίο του Έμοντ; Και άραγε τι έκανε ο Ταμ; Πρέπει να είχαν περάσει μέρες. Ένιωθε σαν να είχαν περάσει μήνες. “Θα πάω σπίτι, μια μέρα, όταν θα μπορέσω. Θα έχω πρόβατα, σαν... σαν τον πατέρα μου και αν δεν ξαναφύγω ποτέ, τόσο το καλύτερο. Σωστά, Ματ; Μόλις μπορέσουμε, γυρνάμε σπίτι και ξεχνάμε ότι υπάρχουν όλα αυτά”.

Ο Ματ φάνηκε καθαρά να παίρνει με δυσκολία το βλέμμα από τον πύργο που είχε χαθεί. “Τι; Α. Ναι, φυσικά. Θα πάμε σπίτι. Φυσικά”. Ο Ραντ, καθώς έφευγε, τον άκουσε να μουρμουρίζει μέσα από τα δόντια του, “Πάω στοίχημα ότι δεν θέλει να ψάξουν άλλοι για το θησαυρό”. Δεν φάνηκε να συνειδητοποιεί ότι είχε μιλήσει.

Την τέταρτη μέρα του ταξιδιού τους στο ποτάμι ο Ραντ ήταν στην κορυφή του καταρτιού, καθισμένος στην πλατειά άκρη του, με τα πόδια μπλεγμένα στα σχοινιά. Το Αφρόνερο λικνιζόταν απαλά στο ποτάμι, αλλά δεκαπέντε μέτρα πάνω από το νερό, αυτό το απαλό κούνημα έκανε την κορυφή του καταρτιού να πηγαινοέρχεται με απλωτές κινήσεις. Ο Ραντ έγειρε πίσω το κεφάλι και γέλασε στον άνεμο που φυσούσε στο πρόσωπό του.

Τα κουπιά ήταν στο νερό και από δω το πλοίο έμοιαζε με δωδεκάποδη αράχνη, που σερνόταν στον Αρινέλε. Ο Ραντ είχε ξαναβρεθεί σε τέτοιο ύψος, σε δέντρα στους Δύο Ποταμούς, αλλά αυτή τη φορά δεν υπήρχαν φύλλα για να του κρύβουν τη θέα. Τα πάντα στο πλοίο, οι ναύτες στα κουπιά, οι άνδρες που έτριβαν γονατισμένοι το κατάστρωμα με ελαφρόπετρα, οι άνδρες που έκαναν διάφορες δουλειές σε σχοινιά και μπουκαπόρτες, όλα έμοιαζαν τόσο αλλόκοτα, όταν τα έβλεπες ακριβώς από πάνω, κοντόχοντρα και συμπιεσμένα, που είχε περάσει μια ώρα κοιτάζοντας και χασκογελώντας.

Ακόμα χασκογελούσε, όποτε χαμήλωνε το βλέμμα, αλλά τώρα κοίταζε τις όχθες που περνούσαν. Έτσι του φαινόταν, σαν να ήταν ο ίδιος ασάλευτος ―με εξαίρεση το λίκνισμα πέρα-δώθε, φυσικά- και οι όχθες κυλούσαν αργά και τα δέντρα και οι λόφοι περνούσαν και από τις δυο πλευρές. Ο Ραντ ήταν ασάλευτος και ολόκληρος ο κόσμος τον προσπερνούσε.

Με μια ξαφνική παρόρμηση ξεδίπλωσε τα πόδια του από τα ξάρτια που κρατούσαν το κατάρτι και άπλωσε τα χέρια και τα πόδια, ισορροπώντας κόντρα στο κούνημα. Κράτησε έτσι την ισορροπία του επί τρεις συνεχείς βόλτες και μετά, ξαφνικά, την έχασε. Ανεμίζοντας χέρια και πόδια, έπεσε μπροστά και άρπαξε το μπροστινό ξάρτι. Με τα πόδια ανοιχτά δεξιά κι αριστερά του καταρτιού, χωρίς να τον κρατά τίποτα στην επικίνδυνη θέση του, παρά μόνο τα δύο χέρια του στο ξάρτι, γέλασε. Ήπιε το φρέσκο, κρύο αέρα με βαθιές ανάσες και γέλασε με αγαλλίαση.

“Παλικάρι μου”, ακούστηκε η βραχνή φωνή του Θομ. “Παλικάρι μου, αν θες να σπάσεις το ξεροκέφαλό σου, μην το σπάσεις πέφτοντας πάνω μου”.

Ο Ραντ κοίταξε κάτω. Ο Θομ ήταν πιασμένος από τα κάθετα σχοινιά λίγο πιο χαμηλά και τον κοίταζε με αγριεμένο βλέμμα. Ο Βάρδος είχε αφήσει κάτω το μανδύα του, όπως είχε κάνει και ο Ραντ. “Θομ”, φώναξε ολόχαρος. “Θομ, γιατί ανέβηκες εδώ;”

“Επειδή δεν έδινες σημασία σ’ αυτούς που σου φώναζαν. Κάψε με, αγόρι μου, όλοι νομίζουν πως σου έστριψε”.

Ο Ραντ κοίταξε κάτω και ξαφνιάστηκε, βλέποντας τα πρόσωπα που ήταν στραμμένα προς το μέρος του. Ο Ματ, που καθόταν σταυροπόδι στην πλώρη με την πλάτη γυρισμένη στο κατάρτι, ήταν ο μόνος που δεν τον κοίταζε. Ακόμα και οι κωπηλάτες είχαν σηκώσει το βλέμμα και κωπηλατούσαν ασυντόνιστα. Και κανένας δεν τους έβαζε τις φωνές γι’ αυτό. Ο Ραντ έστριψε το κεφάλι για να κοιτάξει προς την πρύμνη κάτω από το μπράτσο του. Ο καπετάνιος Ντόμον στεκόταν πλάι στο δοιάκι, με τις τεράστιες γροθιές του στους γοφούς του, αγριοκοιτάζοντάς τον. Ξανακοίταξε τον Θομ και χαμογέλασε πλατιά. “Θέλεις να κατέβω, λοιπόν;”

Ο Θομ κούνησε το κεφάλι με ζέση. “Θα το εκτιμούσα αφάνταστα”.

“Εντάξει”. Έπιασε αλλιώς το κεντρικό ξάρτι και πήδηξε από την κορυφή του καταρτιού. Άκουσε τον Θομ να βλαστημά χαμηλόφωνα, καθώς η πτώση του κοβόταν απότομα και έμενε να κρέμεται, πιασμένος από το κεντρικό ξάρτι. Ο Βάρδος τον κοίταξε βλοσυρά, με το ένα χέρι μισοαπλωμένο για να τον πιάσει. Ο Ραντ του χαμογέλασε πάλι. “Κατεβαίνω”.

Έφερε τα πόδια μπροστά, αγκιστρώθηκε με την άρθρωση του γονάτου από το χοντρό σχοινί, που ξεκινούσε από το κατάρτι και έφτανε ως την πλώρη, μετά το έπιασε με τον αγκώνα του και άφησε τα χέρια. Πρώτα αργά και κατόπιν πιο γρήγορα, κατηφόρισε γλιστρώντας. Λίγο πριν φτάσει στην πλώρη, έπεσε με τα πόδια στο κατάστρωμα, ακριβώς μπροστά στον Ματ, έκανε ένα βήμα για να μη χάσει την ισορροπία του και γύρισε για να αντικρίσει το πλοίο, με τα χέρια απλωμένα ορθάνοιχτα, όπως έκανε ο Θομ μετά από κάθε γυμναστική επίδειξη.