Выбрать главу

Σκόρπια χειροκροτήματα ακούστηκαν από το πλήρωμα, αλλά ο Ραντ κοίταζε έκπληκτος τον Ματ και αυτό που κρατούσε ο Ματ, καθώς το κορμί του το έκρυβε από τους άλλους. Ένα κυρτό εγχειρίδιο σε χρυσό θηκάρι, με παράξενα σύμβολα σκαλισμένα. Ψιλό χρυσό νήμα τύλιγε τη λαβή, που κατέληγε σε ένα ρουμπίνι μεγάλο όσο ο αντίχειρας του Ραντ και τα κιγιόν ήταν ερπετά με χρυσές φολίδες, που έδειχναν τα δόντια τους.

Ο Ματ συνέχισε για λίγο να βάζει και να βγάζει το εγχειρίδιο στη θήκη του. Ενώ ακόμα έπαιζε μ’ αυτό, σήκωσε το κεφάλι του αργά· τα μάτια του είχαν ένα μακρινό βλέμμα. Ξαφνικά εστίασαν στον Ραντ. Ξαφνιάστηκε και έκρυψε το εγχειρίδιο στο παλτό του.

Ο Ραντ γονάτισε με τα χέρια σταυρωμένα στα γόνατα του. “Πού το βρήκες αυτό;” Ο Ματ δεν είπε τίποτα κι έριξε μια γοργή ματιά για να δει αν ήταν κανένας άλλος εκεί κοντά. Ήταν μόνοι, ως εκ θαύματος. “Δεν φαντάζομαι να το πήρες από τη Σαντάρ Λογκόθ;”

Ο Ματ τον κοίταξε. “Δικό σου είναι το σφάλμα. Δικό σου και του Πέριν. Με αρπάξατε από το θησαυρό και το κρατούσα στο χέρι. Δεν μου το έδωσε ο Μόρντεθ. Το πήρα, έτσι η προειδοποίηση της Μουαραίν για τα δώρα του δεν μετρά. Μη το πεις πουθενά, Ραντ. Μπορεί να τους μπει η ιδέα να το κλέψουν”.

“Δεν θα το πω σε κανέναν”, είπε ο Ραντ. “Νομίζω ότι ο καπετάνιος Ντόμον είναι τίμιος, αλλά για τους άλλους δεν βασίζομαι, ειδικά για τον Γκελμπ”.

“Σε κανέναν”, επέμεινε ο Ματ. “Ούτε στον Ντόμον, ούτε στον Θομ, ούτε πουθενά. Είμαστε οι μόνοι που μείναμε από το Πεδίο του Έμοντ, Ραντ. Δεν μπορούμε να εμπιστευτούμε κανέναν άλλον”.

“Είναι ζωντανοί, Ματ. Και η Εγκουέν και ο Πέριν. Ξέρω ότι είναι ζωντανοί”. Ο Ματ φάνηκε να ντρέπεται. “Όμως θα κρατήσω το μυστικό σου. Μόνο για τους δυο μας. Τουλάχιστον τώρα δεν έχουμε να σκοτιζόμαστε για λεφτά. Μπορούμε να το πουλήσουμε τόσο ακριβά, που να ταξιδέψουμε ως την Ταρ Βάλον σαν βασιλιάδες”.

“Φυσικά”, είπε ο Ματ μετά από λίγο. “Αν χρειαστεί. Μόνο μην μιλήσεις πουθενά, αν δεν σου πω εγώ”.

“Δεν θα μιλήσω, είπα. Ακου, μήπως είδες κι άλλα όνειρα από τότε που ήρθαμε στο πλοίο; Όπως στο Μπάερλον; Πρώτη φορά βρίσκω ευκαιρία να σε ρωτήσω χωρίς να μας ακούει πλήθος”.

Ο Ματ γύρισε το κεφάλι αλλού, κοιτάζοντάς τον λοξά. “Μπορεί”.

“Τι θες να πεις, μπορεί; Ή είδες, ή δεν είδες”.

“Καλά, καλά, είδα. Δεν θέλω να το συζητήσω. Δεν θέλω καν να το σκέφτομαι. Δεν βγαίνει τίποτα”.

Πριν μπορέσει κάποιος από τους δύο να πει κάτι άλλο, ο Θομ ήρθε με φούρια, κρατώντας το μανδύα του. Ο αέρας τίναζε τα άσπρα μαλλιά του πέρα-δώθε και τα μακριά μουστάκια του έμοιαζαν να φουντώνουν. “Κατάφερα να πείσω τον καπετάνιο ότι δεν είσαι μουρλός”, ανακοίνωσε, “ότι ήταν μέρος της εκπαίδευσής σου”. Έπιασε το κεντρικό ξάρτι και το κούνησε. “Βοήθησε κι αυτό το τρελό κόλπο, έτσι όπως γλίστρησες στο σχοινί, αλλά είσαι τυχερός που δεν έσπασες το ξεροκέφαλό σου”.

Το βλέμμα του Ραντ στράφηκε στο σχοινί και το ακολούθησε ως την κορυφή του καταρτιού και το στόμα του έμεινε ανοιχτό. Το είχε κατέβει όλο αυτό γλιστρώντας. Και πριν καθόταν στην κορυφή του...

Ξαφνικά φαντάστηκε τον εαυτό του εκεί, με τα χέρια και τα πόδια ανοιχτά. Κάθισε απότομα και μόλις που κατάφερε να πιαστεί, πριν ξαπλωθεί ανάσκελα. Ο Θομ τον κοίταζε σκεπτικός.

“Δεν ήξερα ότι τα καταφέρνεις τόσο καλά στα ύψη, παλικάρι μου. Ίσως μπορέσουμε να παίξουμε στο Ίλιαν, ή στο Έμπου Νταρ, ή ακόμα και στο Δάκρυ. Ο κόσμος στις μεγάλες πόλεις του νότου αγαπά τους ακροβάτες”.

“Εμείς πάμε-” Την τελευταία στιγμή ο Ραντ θυμήθηκε να κοιτάξει γύρω μήπως τους άκουγε κανείς. Αρκετοί ναύτες τους κοίταζαν, μαζί και ο Γκελμπ, που τους αγριοκοίταζε ως συνήθως, αλλά κανένας δεν μπορούσε να τους ακούσει. “Στην Ταρ Βάλον”, είπε. Ο Ματ σήκωσε τους ώμους, σαν να μην είχε σημασία γι’ αυτόν το πού θα πήγαιναν.

“Προς το παρόν, παλικάρι μου”, είπε ο Θομ, ενώ καθόταν μαζί τους, “αλλά αύριο... ποιος ξέρει; Έτσι είναι η ζωή του Βάρδου”. Έβγαλε μερικά χρωματιστά μπαλάκια από το φαρδύ μανίκι του. “Τώρα, που σε κατέβασα από τα ψηλά, ας δουλέψουμε την τριπλή ανταλλαγή”.

Ο Ραντ κοίταξε την κορυφή του καταρτιού και ανατρίχιασε. Τι μου συμβαίνει; Φως μου, τι; Έπρεπε να το βρει. Έπρεπε να πάει στην Ταρ Βάλον, πριν τρελαθεί στ’ αλήθεια.

25

Ο Λαός των Ταξιδιωτών

Η Μπέλα προχωρούσε ήρεμα κάτω από τον ασθενικό ήλιο, λες και οι τρεις λύκοι που έτρεχαν λίγο παραπέρα ήταν τα σκυλιά του χωριού, αλλά ο τρόπος που τους κοίταζε πού και πού, γυρίζοντας τα μάτια και δείχνοντας μόνο το ασπράδι τους, έδειχνε ότι δεν ένιωθε καθόλου ήρεμη. Η Εγκουέν στη ράχη της φοράδας ήταν σε εξίσου άσχημη κατάσταση. Παρακολουθούσε συνεχώς τους λύκους με την άκρη του ματιού της και, μερικές φορές, έστριβε στη σέλα για να κοιτάξει ολόγυρα. Ο Πέριν ήταν σίγουρος ότι η Εγκουέν κοίταζε να δει την υπόλοιπη αγέλη, αν και το διέψευδε με θυμό όταν της το ανέφερε, διέψευδε ότι φοβόταν τους λύκους που τους ακολουθούσαν, διέψευδε ότι ανησυχούσε για το υπόλοιπο της αγέλης και το τι έκαναν τα μέλη της. Το διέψευδε και ξανακοίταζε, με τα μάτια τέσσερα, γλείφοντας τα χείλη της ανήσυχα.