Η υπόλοιπη αγέλη ήταν πολύ μακριά· θα μπορούσε να της το είχε πει. Ποιο το όφελος, ακόμα κι αν με πίστευε; Ειδικά αν με πίστευε. Δεν ήθελε να θίξει αυτό το ζήτημα, αν δεν αναγκαζόταν. Δεν ήθελε να σκεφτεί πώς το ήξερε. Ο γουνοφορεμένος άνδρας προχωρούσε μπροστά τους, μοιάζοντας μερικές φορές με λύκο και ποτέ δεν κοίταζε τριγύρω, όταν εμφανίζονταν η Σταχτιά, ο Αλτης και ο Άνεμος, αλλά το ήξερε κι αυτός.
Τα παιδιά από το Πεδίο του Έμοντ, είχαν ξυπνήσει το πρώτο εκείνο πρωινό και είχαν βρει τον Ιλάυας να ψήνει κι άλλο λαγό και να τους παρακολουθεί ανέκφραστος. Με εξαίρεση την Σταχτιά, τον Άλτη και τον Άνεμο, δεν φαίνονταν άλλοι λύκοι. Στο χλωμό πρώτο φως, υπήρχαν ακόμα βαθιές σκιές κάτω από τη μεγάλη βελανιδιά και τα γυμνά δέντρα παραπέρα έμοιαζαν με ξεκοκαλισμένα δάχτυλα.
“Εδώ γύρω είναι”, απάντησε ο Ιλάυας, όταν τον ρώτησε η Εγκουέν πού είχε πάει το υπόλοιπο κοπάδι. “Είναι αρκετά κοντά για να βοηθήσουν, αν φανεί ανάγκη. Αρκετά μακριά για να αποφύγουν τα μπλεξίματα των ανθρώπων, αν μας τύχουν. Είτε νωρίς είτε αργά, πάντα υπάρχουν μπλεξίματα, όταν βρίσκονται δυο άνθρωποι μαζί. Αν τους χρειαστούμε, θα είναι εδώ”.
Κάτι τσίγκλιζε το νου του Πέριν, καθώς δάγκωνε το ψητό λαγό.
Μια κατεύθυνση, που την ένιωθε αόριστα. Φυσικά! Από κει βρήκαν το... Ξαφνικά, το καυτό ζουμί στο στόμα του έχασε κάθε γεύση.
Δοκίμασε τους βολβούς, που είχε μαγειρέψει ο Ιλάυας στα κάρβουνα είχαν γεύση γογγυλιού― αλλά του είχε κοπεί η όρεξη.
Όταν ξεκινούσαν, η Εγκουέν είχε επιμείνει να ανεβαίνουν όλοι με τη σειρά στη Μπέλα και ο Πέριν δεν είχε κάνει καν τον κόπο να διαφωνήσει.
“Πρώτα είναι η δική σου σειρά”, της είπε.
Εκείνη ένευσε. “Και μετά εσύ, Ιλάυας”.
“Μου φτάνουν τα πόδια μου”, είπε ο Ιλάυας. Κοίταξε την Μπέλα και η φοράδα γύρισε τα μάτια της, σαν να ήταν κι αυτός λύκος. “Εκτός αυτού, δεν νομίζω ότι θέλει να την καβαλήσω”.
“Χαζομάρες”, απάντησε η Εγκουέν με σίγουρη φωνή. “Δεν υπάρχει λόγος να σε πιάνει το πείσμα. Το λογικό είναι να ανεβαίνουν όλοι. Απ’ ό,τι λες, έχουμε ακόμα πολύ δρόμο μπροστά μας”.
“Είπα όχι, κοπέλα μου”.
Εκείνη πήρε μια βαθιά ανάσα και ο Πέριν αναρωτήθηκε, αν θα κατάφερνε να αναγκάσει τον Ιλάυας όπως έκανε μ’ αυτόν, αλλά μετά κατάλαβε ότι η Εγκουέν στεκόταν με το στόμα ανοιχτό, χωρίς να λέει λέξη. Ο Ιλάυας την κοίταζε, απλώς την κοίταζε, με κείνα τα κίτρινα μάτια λύκου. Η Εγκουέν έκανε ένα βήμα πίσω, κοιτάζοντας τον κοκαλιάρη άνδρα, έγλειψε τα χείλη της και έκανε άλλο ένα βήμα πίσω. Πριν ο Ιλάυας στρίψει για να φύγει, η Εγκουέν είχε φτάσει οπισθοχωρώντας ως την Μπέλα και είχε ανέβει βιαστικά στη ράχη της. Όταν ο άνδρας γύρισε και πήρε το δρόμο για να τους οδηγήσει νότια, ο Πέριν σκέφτηκε πως και το χαμόγελό του έμοιαζε λυκίσιο.
Τρεις μέρες ταξίδευαν μ’ αυτό τον τρόπο, προχωρώντας πεζή και καβάλα όλη μέρα, σταματώντας μονάχα όταν έπεφτε το σούρουπο. Ο Ιλάυας έμοιαζε να χλευάζει τη φούρια των πρωτευουσιάνων, αλλά δεν χασομερούσε, όταν είχε να πάει κάπου.
Οι τρεις λύκοι σπάνια φαίνονταν. Κάθε νύχτα έρχονταν για λίγο στη φωτιά και, μερικές φορές, έκαναν μια σύντομη παρουσία Κατά τη διάρκεια της μέρας, αλλά και τότε ακόμα εμφανίζονταν Κάπου κοντά τη στιγμή που δεν το περίμενε κανείς και εξαφανίζονταν Με τον ίδιο τρόπο. Ο Πέριν όμως ήξερε ότι ήταν εκεί πέρα και ήξερε πού βρίσκονταν. Ήξερε πότε ερευνούσαν την περιοχή μπροστά και πότε παρακολουθούσαν το δρόμο, που άφηνε πίσω της η ομάδα των ανθρώπων. Ήξερε πότε είχαν φύγει από το συνηθισμένο τόπο Κυνηγιού των λύκων και ότι η Σταχτιά είχε στείλει πίσω την αγέλη να περιμένει. Μερικές φορές οι τρεις που απέμεναν χάνονταν από το νου του, αλλά αντιλαμβανόταν ότι επέστρεφαν, πολύ πριν πλησιάσουν Κοντά και τους δει. Ακόμα και όταν τα δέντρα λιγόστεψαν και απέμεναν μονάχα σκόρπιες συστάδες, που τις χώριζαν πλατιές εκτάσεις μαραμένης από το κρύο χλόης, οι λύκοι ήταν σαν φαντάσματα, όταν δεν ήθελαν να φανούν, αλλά ο Πέριν μπορούσε ανά πάσα στιγμή τους δείξει με το δάχτυλό του. Δεν ήξερε πώς το ήξερε και προσπάθησε να πείσει τον εαυτό του ότι ήταν απλώς η φαντασία του που του έπαιζε παιχνίδια, αλλά δεν πειθόταν. Το ήξερε, όπως το ήξερε ο Ιλάυας.
Προσπαθούσε να μη σκέφτεται τους λύκους, αλλά συνεχώς τρύπωναν στις σκέψεις του. Από τότε που είχε συναντήσει τον Ιλάυας και τους λύκους δεν είχε ονειρευτεί τον Μπα’άλζαμον. Τα όνειρα του, όσα θυμόταν ξυπνώντας, ήταν για καθημερινά πράγματα, που θα μπορούσε να τα είχε ονειρευτεί και στο σπίτι του... πριν το Μπάερλον... πριν τη Νύχτα του Χειμώνα. Φυσιολογικά όνειρα — με κάτι επιπλέον. Σε κάθε όνειρο που θυμόταν, εκεί που σηκωνόταν από το καμίνι του αφέντη Λούχαν για να σκουπίσει τον ιδρώτα από το πρόσωπό του, ή χόρευε με τα κορίτσια του χωριού στο Πράσινο, ή σήκωνε το κεφάλι εκεί που διάβαζε ένα βιβλίο μπροστά στο τζάκι και, είτε ήταν κάπου έξω, είτε ανάμεσα σε τέσσερις τοίχους, πάντα υπήρχε κοντά λύκος. Ο λύκος πάντα του είχε γυρισμένη την πλάτη και ο Πέριν πάντα ήξερε —στα όνειρα του φαινόταν να είναι η φυσιολογική κατάσταση των πραγμάτων, ακόμα και στην τραπεζαρία της Άλσμπετ Λούχαν- ότι τα κίτρινα μάτια του λύκου παρακολουθούσαν για να δουν μήπως ερχόταν κάτι, φύλαγαν για κάτι, που ίσως ερχόταν. Τα όνειρα του φαινόταν παράξενα μονάχα όταν ήταν ξύπνιος.