Выбрать главу

Τρεις μέρες ταξίδευαν. Η Σταχτιά, ο Άλτης και ο Άνεμος έφερναν λαγούς και σκίουρους και ο Ιλάυας έδειχνε φυτά που τρώγονταν, μερικά εκ των οποίων ο Πέριν τα αναγνώριζε. Μια φορά ένας λαγός είχε ξεπηδήσει σχεδόν κάτω από τις οπλές της Μπέλας· πριν ο Πέριν προλάβει να βάλει πέτρα στη σφεντόνα του, ο Ιλάυας τον είχε πετύχει με το μακρύ μαχαίρι του είκοσι βήματα πιο πέρα. Μια άλλη φορά ο Ιλάυας είχε πετύχει έναν παχύ φασιανό στο φτερό με το τόξο του. Έτρωγαν πολύ καλύτερα απ’ όσο τότε που ήταν μόνοι τους. Ο Πέριν δεν ήξερε τι ένιωθε η Εγκουέν, αλλά ήξερε ότι ήταν πρόθυμη να πεινάσει, προκειμένου να ξεκόψει από τους λύκους. Είχαν περάσει τρεις μέρες και ήταν απόγευμα.

Ένα δασύλλιο βρισκόταν μπροστά τους, μεγαλύτερο από κάθε άλλο, δάσος σχεδόν, πλάτους τεσσάρων μιλίων. Ο ήλιος είχε χαμηλώσει στο δυτικό ουρανό, ρίχνοντας λοξές σκιές στα δεξιά τους και ο αέρας δυνάμωνε. Ο Πέριν ένιωσε ότι οι λύκοι άφηναν το πόστο τους πίσω από την ομάδα και προχωρούσαν μπροστά, χωρίς να βιάζονται. Δεν είχαν μυρίσει, ούτε είχαν δει τίποτα επικίνδυνο. Η Εγκουέν καβαλίκευε την Μπέλα, όπως ήταν η σειρά της. Ήταν ώρα να δουν πού θα στρατοπέδευαν τη νύχτα και το δασύλλιο θα τους εξυπηρετούσε.

Όπως πλησίαζαν στα δέντρα, τρία μαστίφ εμφανίστηκαν ξαφνικά, σκυλιά με φαρδιά μουσούδα, ψηλά σαν τους λύκους και κάπως βαρύτερα, που γρύλιζαν και έδειχναν τα δόντια τους. Σταμάτησαν αμέσως μόλις βγήκαν στα ανοιχτά, αλλά μόνο δέκα μέτρα τα χώριζαν από τους ανθρώπους και τα σκούρα μάτια τους έλαμπαν με φονική διάθεση.

Η Μπέλα, που ήταν ήδη στα όριά της λόγω των λύκων, χλιμίντρισε και παραλίγο θα έριχνε κάτω την Εγκουέν, όμως ο Πέριν αμέσως άρχισε να στριφογυρνά τη σφεντόνα του. Δεν ήταν ανάγκη να πιάσει τσεκούρι για τα σκυλιά· μια πέτρα στα παίδια θα έδιωχνε και το πιο κακό σκυλί.

Ο Ιλάυας του έκανε νόημα με το χέρι, δίχως να πάρει το βλέμμα από τα σκυλιά που στέκονταν ακίνητα. “Χσσστ! Δεν θέλουμε τέτοια τώρα!”

Ο Πέριν τον κοίταξε μπερδεμένος, αλλά άφησε τη σφεντόνα να σταματήσει και στο τέλος την κατέβασε στο πλευρό του. Η Εγκουέν κατάφερε να συγκρατήσει την Μπέλα και στάθηκαν κοιτάζοντας τα σκυλιά επιφυλακτικά.

Οι τρίχες των μαστίφ ήταν σηκωμένες και τα αυτιά τους κατεβασμένα πίσω και τα μουγκρητά τους θύμιζαν σεισμό. Ξαφνικά ο Ιλάυας σήκωσε το δάχτυλό του στο ύψος του ώμου και σφύριξε· ήταν ένα μακρύ, στριγκό σφύριγμα, που υψωνόταν όλο και περισσότερο και δεν είχε σταματημό. Τα μουγκρητά κόπηκαν. Τα σκυλιά έκαναν ένα βήμα πίσω, κλαψουρίζοντας και στρίβοντας το κεφάλι, σαν να ήθελαν να φύγουν, αλλά κάτι τα κρατούσε. Τα μάτια τους ήταν συνεχώς καρφωμένα στο δάχτυλο του Ιλάυας.

Ο Ιλάυας χαμήλωσε αργά το χέρι του και ο τόνος του σφυρίγματός του χαμήλωσε μαζί του. Τα σκυλιά το ακολούθησαν, ώσπου βρέθηκαν ξαπλωμένα στο χώμα με τις γλώσσες να κρέμονται. Τρεις ουρές ανεβοκατέβαιναν.

“Βλέπετε”, είπε ο Ιλάυας, πλησιάζοντας τα σκυλιά. “Τα όπλα δεν χρειάζονται”. Τα μαστίφ του έγλειψαν τα χέρια κι εκείνος έξυσε τα μεγάλα κεφάλια τους και χάιδεψε τα αυτιά τους. “Δείχνουν πιο άγρια απ’ όσο είναι. Ήθελαν να μας φοβίσουν και θα δάγκωναν μόνο αν κάναμε να μπούμε στα δέντρα. Τέλος πάντων, τώρα δεν πειράζει. Μπορούμε να φτάσουμε στο άλλο σύδεντρο πριν σκοτεινιάσει”.

Όταν ο Πέριν κοίταξε την Εγκουέν, εκείνη είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό. Έκλεισε κι αυτός το δικό του, χτυπώντας τα δόντια.

Ο Ιλάυας χάιδευε ακόμα τα σκυλιά και μελετούσε το δασύλλιο. “Εκεί είναι οι Τουάθα’αν. Οι Ταξιδιώτες”. Εκείνοι τον κοίταξαν ανέκφραστα κι αυτός πρόσθεσε, “Μάστορες”.

“Μάστορες;” αναφώνησε ο Πέριν. “Πάντα ήθελα γα δω τους Μάστορες. Καμιά φορά στήνουν τις σκηνές τους στην άλλη μεριά του ποταμού, κοντά στο Τάρεν Φέρυ, αλλά δεν έρχονται στους Δύο Ποταμούς, απ’ ό,τι ξέρω. Δεν ξέρω γιατί δεν έρχονται”.