Η Εγκουέν ξεφύσηξε. “Μάλλον επειδή οι άνθρωποι στο Τάρεν Φέρυ είναι κλεφταράδες σαν τους Μάστορες. Στο τέλος θα έκλεβαν ο ένας τον άλλον. Αφέντη Ιλάυας, αν πραγματικά υπάρχουν Μάστορες εδώ κοντά, δεν θα έπρεπε να συνεχίσουμε; Δεν θέλουμε να κλέψουν την Μπέλα και.. ε, δεν έχουμε πολλά, όμως όλοι ξέρουν ότι οι Μάστορες αρπάζουν τα πάντα”.
“Ακόμα και βρέφη;” ρώτησε ξερά ο Ιλάυας. “Κλέβουν παιδιά και τα λοιπά;” Έφτυσε και η Εγκουέν κοκκίνισε. Κυκλοφορούσαν ιστορίες για κλεμμένα μωρά, συνήθως από τον Τσεν Μπούι, ή κάποιον από τους Κόπλιν, ή τους Κόνγκαρ. Τις άλλες ιστορίες τις ήξερε όλος ο κόσμος. “Οι Μάστορες μερικές φορές με αρρωσταίνουν, αλλά δεν είναι κλέφτες. Έχω δει και πολύ χειρότερους”.
“Σε λίγο θα σκοτεινιάσει, Ιλάυας”, είπε ο Πέριν. “Κάπου θα πρέπει να σταματήσουμε. Γιατί όχι μαζί τους, αν μας θέλουν;” Η κυρά Λούχαν είχε μια κατσαρόλα, που την είχε γανώσει ένας Μάστορας και ορκιζόταν ότι ήταν καλύτερη από καινούργια. Ο αφέντης Λούχαν δεν χαιρόταν, που η γυναίκα του έλεγε καλά λόγια για δουλειά των Μαστόρων, αλλά ο Πέριν ήθελε να δει πώς το έκαναν. Όμως ο Ιλάυας έδειχνε κάπως απρόθυμος και δεν καταλάβαινε γιατί. “Υπάρχει λόγος να μην πάμε μαζί τους;”
Ο Ιλάυας κούνησε το κεφάλι, αλλά η στάση των ώμων του και τα σφιγμένα χείλη του έδειχναν ακόμα απροθυμία. “Και δεν πάμε; Μόνο μην δίνετε σημασία σ’ αυτά που λένε. Όλο βλακείες. Κανονικά οι Μάστορες κάνουν ό,τι νομίζουν, αλλά είναι φορές που θέλουν επισημότητα, γι’ αυτό κάνετε ό,τι κάνω. Και μην φανερώνετε τα μυστικά σας. Δεν είναι ανάγκη να τα πείτε όλα στον κόσμο”.
Τα σκυλιά τους ακολούθησαν, κουνώντας τις ουρές τους, καθώς ο Ιλάυας τους οδηγούσε στα δέντρα. Ο Πέριν ένιωσε τους λύκους να πάνε πιο αργά και κατάλαβε πως δεν θα έμπαιναν. Δεν φοβούνταν τα σκυλιά —περιφρονούσαν τα σκυλιά, που είχαν εγκαταλείψει την ελευθερία τους για να κοιμούνται πλάι στη φωτιά- αλλά απέφευγαν τους ανθρώπους.
Ο Ιλάυας περπατούσε με σίγουρο βήμα, σαν να ήξερε το δρόμο και κοντά στην καρδιά του δασυλλίου φάνηκαν οι άμαξες των Μαστόρων, σκορπισμένες ανάμεσα στις βελανιδιές και τις μελίες.
Όπως όλοι στο Πεδίο του Έμοντ, ο Πέριν είχε ακούσει πολλά για τους Μάστορες, έστω κι αν δεν είχε αντικρίσει ποτέ κανέναν και η κατασκήνωση ήταν ακριβώς όπως την περίμενε. Οι άμαξες τους ήταν μικρά σπίτια πάνω σε ρόδες, ψηλά ξύλινα κουτιά, λουστραρισμένα και βαμμένα με λαμπερά χρώματα, κόκκινα και γαλάζια και κίτρινα και πράσινα και με κάποιες αποχρώσεις που δεν ήξερε το όνομα τους. Οι Ταξιδιώτες έκαναν δουλειές απογοητευτικά συνηθισμένες —μαγείρευαν, έραβαν, φρόντιζαν παιδιά, διόρθωναν σέλες- αλλά τα ρούχα τους ήταν ακόμα πιο φανταχτερά από τις άμαξές τους κι έμοιαζαν να είναι διαλεγμένα τυχαία· μερικές φορές τα παλτά και τα παντελόνια, ή τα φορέματα και τα σάλια, συνδυάζονταν με τρόπο που του πονούσαν τα μάτια. Έμοιαζαν με πεταλούδες σε χωράφι με αγριολούλουδα.
Τέσσερις ή πέντε άνδρες, εδώ κι εκεί στην κατασκήνωση, έπαιζαν βιολιά και φλάουτα και κάποιοι Μάστορες χόρευαν, σαν κολιμπρί με τα χρώματα του ουράνιου τόξου. Παιδιά και σκυλιά έτρεχαν, παίζοντας ανάμεσα στις φωτιές. Τα σκυλιά ήταν μαστίφ, σαν εκείνα που είχαν δει οι ταξιδιώτες, αλλά τα παιδιά τους τραβούσαν τα αυτιά και τις ουρές και ανέβαιναν στις πλάτες τους και τα μεγαλόσωμα σκυλιά δέχονταν τα πάντα με απόλυτη ηρεμία. Τα τρία σκυλιά, που συνόδευαν τον Ιλάυας με τις γλώσσες τους να κρέμονται, κοίταζαν τον γενειοφόρο σαν να ήταν ο καλύτερος φίλος τους. Ο Πέριν κούνησε το κεφάλι του. Ήταν τόσο μεγάλα, που μπορούσαν να φτάσουν στο λαιμό του, αν ανασηκώνονταν λιγάκι.
Η μουσική σταμάτησε απότομα και ο Πέριν συνειδητοποίησε ότι όλοι οι Μάστορες κοίταζαν την παρέα τους. Ακόμα και τα παιδιά και τα σκυλιά στάθηκαν ακίνητα και κοίταζαν, επιφυλακτικά, σαν να ήταν έτοιμα να το βάλουν στα πόδια.
Για μια στιγμή η σιωπή ήταν απόλυτη και μετά ένας άνδρας με νευρώδες κορμί, γκριζομάλλης και κοντός, βγήκε μπροστά και υποκλίθηκε με σοβαρότητα στον Ιλάυας. Φορούσε κόκκινο παλτό με ψηλό κολάρο και φαρδύ ανοιχτοπράσινο παντελόνι με τα μπατζάκια βαλμένα στις μπότες, που έφταναν ως το γόνατο. “Καλωσήρθες στις φωτιές μας. Ξέρεις το τραγούδι;”
Ο Ιλάυας υποκλίθηκε με ίδιο τρόπο, ακουμπώντας τα δύο χέρια στο στήθος του. “Το καλωσόρισμά σου μου ζεσταίνει το πνεύμα, Μάχντι, όπως οι φωτιές σου ζεσταίνουν τη σάρκα, μα δεν ξέρω το τραγούδι”.
“Τότε θα συνεχίσουμε να το αναζητούμε”, είπε τελετουργικά ο γκριζομάλλης. “Όπως ήταν, έτσι θα γίνει, αρκεί να θυμηθούμε, να αναζητήσουμε και να βρούμε”. Έδειξε τις φωτιές χαμογελώντας και η φωνή του έγινε πιο ανάλαφρη και κεφάτη. “Το φαΐ γίνεται. Ελάτε στην παρέα μας”.