Σαν να ήταν αυτό το σινιάλο, η μουσική ξανάρχισε και τα παιδιά ξανάρχισαν να γελούν και να τρέχουν μαζί με τα σκυλιά. Όλοι ξανάπιασαν αυτό που έκαναν, λες και οι νεοφερμένοι ήταν φίλοι, που τους είχαν δεχθεί από καιρό.
Ο γκριζομάλλης κοντοστάθηκε και κοίταξε τον Ιλάυας. “Οι... άλλοι φίλοι σου; Θα μείνουν πέρα; Τρομάζουν τα κακόμοιρα τα σκυλιά”.
“Θα μείνουν πέρα, Ράεν”. Υπήρχε ένα ίχνος περιφρόνησης στον τρόπο που ο Ιλάυας κούνησε το κεφάλι του. “Θα ’πρεπε να το έχεις μάθει πια”.
Ο γκριζομάλλης άπλωσε τα χέρια, σαν να ήθελε να πει πως τίποτα δεν είναι βέβαιο. Καθώς γύριζε για να τους οδηγήσει στην κατασκήνωση, η Εγκουέν ξεπέζεψε και πλησίασε τον Ιλάυας. “Είστε φίλοι;” Ένας χαμογελαστός Μάστορας ήρθε για να πάρει την Μπέλα· η Εγκουέν έδωσε απρόθυμα τα γκέμια, όταν ο Ιλάυας ξεφύσηξε ειρωνικά.
“Γνωριζόμαστε”, απάντησε κοφτά ο άνδρας με τα γούνινα ρούχα.
“Το όνομά του είναι Μάχντι;” είπε ο Πέριν.
Ο Ιλάυας κάτι γρύλισε χαμηλόφωνα. “Το όνομά του είναι Ράεν. Μάχντι είναι ο τίτλος του. Αναζητητής. Είναι ο αρχηγός αυτής της ομάδας. Μπορείς να τον λες Αναζητητή, αν το άλλο σου φαίνεται αλλόκοτο. Δεν τον πειράζει”.
“Τι ήταν αυτό που είπε για κάποιο τραγούδι;” ρώτησε η Εγκουέν.
“Αυτός είναι ο λόγος που ταξιδεύουν”, είπε ο Ιλάυας, “ή τουλάχιστον έτσι λένε. Ψάχνουν για ένα τραγούδι. Αυτό αναζητά ο Μάχντι. Λένε ότι το έχασαν στο Τσάκισμα του Κόσμου και, αν μπορέσουν να το ξαναβρούν, τότε θα ξαναρθεί ο παράδεισος της Εποχής των Θρύλων”. Κοίταξε την κατασκήνωση και ξεφύσηξε. “Δεν ξέρουν καν ποιο είναι το τραγούδι· ισχυρίζονται πως θα το καταλάβουν, όταν το βρουν. Δεν ξέρουν καν πως θα φέρει τον παράδεισο, αλλά ψάχνουν κοντά στα τρεις χιλιάδες χρόνια τώρα, από το Τσάκισμα. Εγώ λέω πως θα ψάχνουν μέχρι να σταματήσει να γυρνά ο Τροχός”.
“Εφτασαν στη φωτιά του Ράεν στο κέντρο της κατασκήνωσης. Η άμαξα του Αναζητητή ήταν κίτρινη με κόκκινα στολίσματα και οι ακτίνες των ψηλών τροχών με τα κόκκινα στεφάνια ήταν εναλλάξ κόκκινες και κίτρινες. Μια παχουλή γυναίκα, ωχρή σαν τον Ράεν, αλλά με μάγουλα που διατηρούνταν απαλά, βγήκε από την άμαξα και κοντοστάθηκε στα σκαλιά του πίσω μέρους της, ρίχνοντας στους ώμους της ένα σάλι με γαλάζια μπορντούρα. Η μπλούζα της ήταν κίτρινη και η φούστα της κόκκινη· τα χρώματα έλαμπαν. Ο συνδυασμός έκανε τον Πέριν ν’ ανοιγοκλείσει τα μάτια και η Εγκουέν άφησε έναν πνιχτό ήχο.
Όταν η γυναίκα είδε τους ανθρώπους που συνόδευαν τον Ράεν, κατέβηκε χαμογελώντας φιλικά. Ήταν η Ίλα, γυναίκα του Ράεν, ένα κεφάλι ψηλότερή του και σε λίγο έκανε τον Πέριν να ξεχάσει τα χρώματα των ρούχων της. Η μητρική συμπεριφορά της του θύμιζε την κυρά αλ’Βερ και τον έκανε να νιώσει ευπρόσδεκτος, από το πρώτο της χαμόγελο.
Η Ίλα χαιρέτησε τον Ιλάυας, σαν να ήταν παλιός γνωστός, αλλά με κάπως απόμακρο τρόπο, που φάνηκε να πληγώνει τον Ράεν. Ο Ιλάυας της χαμογέλασε ξερά και ένευσε. Ο Πέριν και η Εγκουέν συστήθηκαν κι εκείνη έσφιξε τα χέρα τους στα δικά της, με περισσότερη ζεστασιά απ’ όσο είχε δείξει στον Ιλάυας και μάλιστα αγκάλιασε την Εγκουέν.
“Μα είσαι πανέμορφη, κοπέλα μου”, είπε, πιάνοντας χαμογελαστά το πηγούνι της Εγκουέν. “Θα ’χεις ξεπαγιάσει. Κάτσε κοντά στη φωτιά. Καθίστε όλοι. Το φαΐ κοντεύει να γίνει”.
Είχαν βάλει πεσμένους κορμούς γύρω από τη φωτιά για να κάθονται. Ο Ιλάυας αρνήθηκε ακόμα κι αυτή την παραχώρηση στον πολιτισμό και ξαπλώθηκε στο χώμα. Σιδερένια τρίποδα κρατούσαν δύο κατσαρολάκια πάνω από τις φλόγες και ένας φούρνος ήταν ακουμπισμένος στα κάρβουνα στην άκρη. Τα πρόσεχε η Ίλα.
Όπως ο Πέριν και οι άλλοι έπαιρναν τις θέσεις τους, ένας λιγνός νεαρός, που φορούσε πράσινα ριγέ ρούχα, πλησίασε τη φωτιά. Αγκάλιασε τον Ράεν και φίλησε την Ίλα και κοίταξε ατάραχα τον Ιλάυας και τους δύο από το Πεδίο του Έμοντ. Ήταν περίπου συνομήλικος του Πέριν και κινούνταν σαν να ήταν έτοιμος να αρχίσει το χορό.
“Λοιπόν, Άραμ” -είπε η Ίλα χαμογελώντας τρυφερά- “είπες, για αλλαγή, να φας με τον παππού και τη γιαγιά σου, ε;” Κοίταξε με το ίδιο χαμόγελο την Εγκουέν, ενώ έσκυβε για να ανακατέψει το κατσαρολάκι που κρεμόταν πάνω από τη φωτιά. “Απορώ γιατί”.
Ο Άραμ πήρε άνετη μισογονατισμένη στάση, με τα χέρια σταυρωμένα στα γόνατά του, απέναντι στην Εγκουέν, από την άλλη μεριά της φωτιάς. “Με λένε Άραμ”, της είπε με χαμηλή, γεμάτη αυτοπεποίθηση φωνή. Δεν φαινόταν πια να αντιλαμβάνεται άλλη παρουσία εκτός από τη δική της. “Περίμενα το πρώτο τριαντάφυλλο της άνοιξης και τώρα το βρίσκω στη φωτιά του παππού μου”.
Ο Πέριν φανταζόταν πως η Εγκουέν θα χαχάνιζε περιφρονητικά, αλλά είδε πως η Εγκουέν κοίταζε τον Άραμ κατάματα. Ξανακοίταξε τον νεαρό Μάστορα. Παραδέχθηκε πως ο νεαρός ήταν εμφανίσιμος και με το παραπάνω. Μετά από λίγο, ο Πέριν κατάλαβε ποιον του θύμιζε. Τον Γουίλ αλ’Σην, που όλα τα κορίτσια τον έτρωγαν με τα μάτια και ψιθύριζαν πίσω από την πλάτη του, όταν ερχόταν από το Ντέβεν Ράιντ στο Πεδίο του Έμοντ. Ο Γουίλ φλερτάριζε μ’ όλες τις κοπέλες που έβρισκε και κατάφερνε να πείθει την καθεμιά τους ότι απλώς ήταν ευγενικός με τις άλλες.