Выбрать главу

“Τα σκυλιά σας”, είπε μεγαλόφωνα ο Πέριν, ξαφνιάζοντας την Εγκουέν, “μοιάζουν μεγάλα σαν αρκούδες. Με παραξένεψε που αφήνετε τα παιδιά να παίζουν μαζί τους”.

Το χαμόγελο του Άραμ μισοκρύφτηκε, αλλά, όταν κοίταξε τον Πέριν, χαμογέλασε με μεγαλύτερη σιγουριά από πριν. “Δεν σε πειράζουν. Παίζουν θέατρο για να διώξουν τον κίνδυνο και για να μας προειδοποιήσουν, αλλά είναι εκπαιδευμένα σύμφωνα με την Οδό του Φύλλου”.

“Την Οδό του Φύλλου;” είπε η Εγκουέν. “Τι είναι αυτό;”

Ο Αραμ έδειξε τα δέντρα, με τα μάτια του καρφωμένα στα δικά της. “Το φύλλο ζει τη ζωή που του μέλλεται και δεν αντιμάχεται τον αέρα που το παρασέρνει. Το φύλλο δεν βλάπτει τίποτα και τελικά πέφτει για να θρέψει καινούργια φύλλα. Έτσι θα ’πρεπε να κάνουν και οι άνδρες. Και οι γυναίκες”. Η Εγκουέν του αντιγύρισε το βλέμμα, με ένα αχνό αναψοκοκκίνισμα στα μάγουλα.

“Μα τι σημαίνει αυτό;” είπε ο Πέριν. Ο Αραμ τον κοίταξε ενοχλημένος, αλλά του απάντησε ο Ράεν.

“Σημαίνει ότι κανένας άνδρας δεν πρέπει να βλάπτει άλλον, για οποιονδήποτε λόγο”. Τα μάτια του Αναζητητή στράφηκαν στον Ιλάυας. “Δεν υπάρχει δικαιολογία για τη βία. Καμία. Ποτέ”.

“Κι αν κάποιος σου επιτεθεί;” επέμεινε ο Πέριν. “Αν κάποιος σε χτυπήσει, ή πάει να σε κλέψει, ή να σε σκοτώσει;”

Ο Ράεν αναστέναξε, καρτερικά, σαν να μην έβλεπε ο Πέριν κάτι, που για τον ίδιο ήταν φως-φανάρι. “Αν κάποιος ήθελε με χτυπήσει, θα τον ρωτούσα γιατί θέλει να κάνει τέτοιο πράγμα. Αν και πάλι ήθελε να με χτυπήσει, θα έτρεχα, όπως και αν ήθελε να με ληστέψει, ή να με σκοτώσει. Καλύτερα να τον άφηνα να πάρει αυτό που θέλει, ακόμα και τη ζωή μου, παρά να χρησιμοποιήσω βία. Και θα ήλπιζα να μην πάθαινε μεγάλο κακό”.

“Μα είπες πως δεν θα τον έβλαπτες”, είπε ο Πέριν.

“Όχι εγώ, αλλά η βία βλάπτει, τόσο αυτόν που τη χρησιμοποιεί, όσο κι αυτόν που την υφίσταται”. Ο Πέριν έδειξε να αμφιβάλλει. “Θα μπορούσες να κόψεις δέντρο με το τσεκούρι σου”, είπε ο Ράεν. “Το τσεκούρι ασκεί βία στο δέντρο και γλιτώνει απείραχτο. Έτσι το βλέπεις; Το ξύλο είναι μαλακό, αν συγκριθεί με το ατσάλι, αλλά το κοφτερό ατσάλι κόβοντας στομώνει και ο χυμός του δέντρου θα το σκουριάσει και θα το φάει. Το δυνατό τσεκούρι ασκεί βία στο ανήμπορο δέντρο και βλάπτεται και το ίδιο. Το ίδιο συμβαίνει και με τους ανθρώπους, αν και η ζημιά είναι στο πνεύμα”.

“Αλλά—”

“Αρκετά”, μούγκρισε ο Ιλάυας, διακόπτοντας τον Πέριν. “Ράεν, δεν φτάνει που προσπαθείς να προσηλυτίσεις το νεαρόκοσμο στα χωριά μ’ αυτές τις βλακείες — σχεδόν παντού σε βάζει σε μπελάδες, ε; Αλλά δεν έφερα αυτούς τους δυο εδώ για να πέσουν στα χέρια σου. Παράτα τα”.

“Και να τους αφήσω στα δικά σου;” είπε η Ίλα, ενώ έτριβε βότανα με τις παλάμες της και τα έριχνε σε ένα από τα κατσαρολάκια. Η φωνή της ήταν ήρεμη, αλλά τα χέρια της έτριβαν τα βότανα με απότομες κινήσεις. “Θα τους διδάξεις το δικό σου τρόπο — ή σκοτώνεις, ή πεθαίνεις; Θα τους οδηγήσεις στη μοίρα που αναζητάς για τον εαυτό σου, να πεθάνεις ολομόναχος με τα κοράκια και τους... τους φίλους σου να τσακώνονται για το πτώμα σου;”

“Ειρήνη, Ίλα”, είπε απαλά ο Ράεν, σαν να τα είχε ακούσει αυτά κι ακόμα περισσότερα εκατοντάδες φορές. “Τον καλωσορίσαμε στη φωτιά μας, γυναίκα μου”.

Η Ίλα υποχώρησε, αλλά ο Πέριν πρόσεξε ότι δεν ζήτησε συγνώμη. Αντίθετα, κοίταξε τον Ιλάυας και κούνησε το κεφάλι της λυπημένα, έπειτα τίναξε τα χέρια της και άρχισε να βγάζει κουτάλια και πήλινες γαβάθες από ένα κόκκινο σεντούκι στο πλαϊνό της άμαξας.

Ο Ράεν στράφηκε πάλι στον Ιλάυας. “Παλιέ μου φίλε, πόσες φορές πρέπει να σου πω ότι δεν πάμε να προσηλυτίσουμε κανέναν. Όταν οι άνθρωποι των χωριών νιώθουν περιέργεια για τους τρόπους μας, απαντούμε τις ερωτήσεις τους. Είναι αλήθεια πως συχνότερα ρωτούν οι νεότεροι και μερικές φορές κάποιος απ’ αυτούς έρχεται μαζί μας, όταν συνεχίζουμε το ταξίδι μας, αλλά γίνεται με τη δική του ελεύθερη βούληση”.

“Πήγαινε να το πεις αυτό στην αγρότισσα, που μόλις βρήκε ότι ο γιος, ή η θυγατέρα της, το έσκασαν μαζί με τους Μάστορες”, είπε ειρωνικά ο Ιλάυας. “Αυτός είναι ο λόγος που οι πόλεις δεν σας αφήνουν ούτε καν να κατασκηνώσετε κοντά τους. Τα χωριά σας ανέχονται, επειδή διορθώνετε διάφορα πράγματα, αλλά οι πόλεις δεν σας έχουν ανάγκη και δεν θέλουν να πείθετε τους νεαρούς να το σκάσουν”.