Выбрать главу

“Δεν ξέρω τι επιτρέπουν οι πόλεις”. Η υπομονή του Ράεν έμοιαζε ανεξάντλητη. Δεν φαινόταν καθόλου να έχει θυμώσει. “Στις πόλεις πάντα υπάρχουν βίαιοι άνθρωποι. Πάντως δεν νομίζω ότι το τραγούδι θα βρεθεί σε πόλη”.

“Δεν ήθελα να σε προσβάλλω, Αναζητητή”, είπε ο Πέριν αργά, “αλλά... Να, δεν επιδιώκω τη βία. Νομίζω ότι χρόνια έχω να παλέψω με κάποιον, αν εξαιρέσεις τους αγώνες στις γιορτές. Αλλά, αν κάποιος με χτυπήσει, θα του ανταποδώσω το χτύπημα. Αν δεν το ανταποδώσω, θα είναι σαν να τον ενθαρρύνω να πιστέψει πως μπορεί να με ξαναχτυπήσει όποτε θέλει. Μερικοί νομίζουν πως μπορούν να εκμεταλλευτούν τους άλλους και, αν δεν τους δείξεις το αντίθετο, θα κάνουν τον νταή στους πιο αδύνατους”.

“Μερικοί”, είπε ο Άραμ περίλυπος, “δεν μπορούν να ξεπεράσουν τα ταπεινότερα ένστικτά τους”. Το είπε ρίχνοντας στον Πέριν μια ματιά, καθιστώντας σαφές πως δεν μιλούσε για τους νταήδες που έλεγε ο Πέριν.

“Πάω στοίχημα ότι συχνά το βάζεις στα πόδια”, είπε ο Πέριν και το πρόσωπο του νεαρού Μάστορα σκλήρυνε, με τρόπο που δεν είχε την παραμικρή σχέση με την Οδό του Φύλλου.

“Νομίζω ότι είναι ενδιαφέρον”, είπε η Εγκουέν, αγριοκοιτώντας τον Πέριν, “να γνωρίζω κάποιον που δεν πιστεύει πως οι μύες του είναι η λύση όλων των προβλημάτων”.

Ο Αραμ ξαναβρήκε το κέφι του και σηκώθηκε, προσφέροντας της το χέρι του μ’ ένα χαμόγελο. “Να σου δείξω την κατασκήνωση μας. Μπορούμε να χορέψουμε”.

“Θα μου άρεσε αυτό”. Του ανταπέδωσε το χαμόγελο.

Η Ίλα έβγαλε μερικά καρβέλια ψωμί από το φούρνο και σηκώθηκε. “Μα το φαγητό είναι έτοιμο, Αραμ”.

“Θα φάω με τη μητέρα μου”, είπε ο Αραμ πάνω από τον ώμο του, καθώς τραβούσε την Εγκουέν μακριά από την άμαξα, πιάνοντάς την από το χέρι. “Θα φάμε και οι δύο με τη μητέρα μου”. Αστραψε ένα θριαμβικό χαμόγελο στον Πέριν. Η Εγκουέν γελούσε καθώς έτρεχαν.

Ο Πέριν σηκώθηκε όρθιος, έπειτα σταμάτησε. Η Εγκουέν δεν θα πάθαινε τίποτα, αν όλοι εδώ ακολουθούσαν την Οδό των Φύλλων, όπως έλεγε ο Ράεν. Κοίταξε τον Ράεν και την Ίλα, που κοίταζαν κατηφείς τον εγγονό τους και είπε, “Λυπάμαι. Είμαι καλεσμένος και δεν έπρεπε να—”

“Μη λες χαζομάρες”, είπε παρηγορητικά η Ίλα. “Δικό του ήταν το σφάλμα, όχι δικό σου. Κάθισε να φας”.

“Ο Αραμ είναι ένας μπερδεμένος νεαρός”, πρόσθεσε λυπημένα ο Ράεν. “Είναι καλό παιδί, αλλά μερικές φορές νομίζω ότι βρίσκει δύσκολη την Οδό των Φύλλων. Φοβούμαι πως κάποιοι έτσι νιώθουν. Σε παρακαλώ. Η φωτιά μου είναι δική σου. Σε παρακαλώ.”

Ο Πέριν κάθισε αργά, νιώθοντας ακόμη αμηχανία. “Τι γίνεται με αυτούς που δεν μπορούν να ακολουθήσουν τη Οδό;” ρώτησε. “Εννοώ τους Μάστορες”.

Ο Ράεν και η Ίλα αντάλλαξαν μια ανήσυχη ματιά και ο Ράεν είπε, “Μας εγκαταλείπουν. Οι Χαμένοι πάνε να ζήσουν στα χωριά”.

Η Ίλα κοίταξε προς τα κει που είχε πάει ο εγγονός της. “Οι Χαμένοι δεν βρίσκουν ευτυχία”. Αναστέναξε, μα το πρόσωπό της, όταν άρχισε να μοιράζει τις γαβάθες και τα κουτάλια, ήταν γαλήνιο.

Ο Πέριν κοίταξε το χώμα και ευχήθηκε να μην είχε ρωτήσει. Κανένας δεν μιλούσε, όσο η Ίλα γέμιζε τις γαβάθες με πηχτό βραστό από λαχανικά και έβγαζε χοντρές φέτες από το ξεροψημένο ψωμί της, ούτε και όσο έτρωγαν. Το βραστό ήταν θαυμάσιο και ο Πέριν έφαγε τρεις γαβάθες. Πρόσεξε, χαμογελώντας, πως ο Ιλάυας άδειασε τέσσερις.

Μετά το φαγητό ο Ράεν γέμισε την πίπα του και ο Ιλάυας έβγαλε τη δική του και τη γέμισε από το δερμάτινο σακούλι του Ράεν. Τις άναψαν, τις πάτησαν και τις ξανάναψαν και έγειραν πίσω σιωπηλά. Η Ίλα πήρε το πλεκτό της. Από τον ήλιο είχε απομείνει μονάχα μια κόκκινη πυρά πάνω από τις δεντροκορφές στα δυτικά. Οι Μάστορες ετοιμάζονταν για τη νύχτα, αλλά η φασαρία δεν σταμάτησε, απλώς άλλαξε. Οι μουσικοί που έπαιζαν, όταν έμπαιναν στην κατασκήνωση, είχαν αντικατασταθεί από άλλους και τώρα αυτοί, που χόρευαν στο φως που έριχναν οι φωτιές, ήταν ακόμα περισσότεροι από πριν και οι σκιές τους παιχνίδιζαν στις άμαξες. Μερικές φορές ακούγονταν δυνατές ανδρικές φωνές. Ο Πέριν γλίστρησε πιο κάτω μπροστά στον κορμό που καθόταν και τον μισοπήρε ο ύπνος.

Μετά από λίγο, ο Ράεν είπε, “Ιλάυας, επισκέφθηκες άλλους Τουάθα’αν από την τελευταία φορά που ήρθες σε μας, πέρυσι την άνοιξη;”

Τα μάτια του Πέριν άνοιξαν και μισόκλεισαν πάλι.

“Όχι”, απάντησε ο Ιλάυας με την πίπα στο στόμα. “Δεν μου αρέσει ο πολύς κόσμος”.

Ο Ράεν γέλασε πνιχτά. “Ειδικά ο κόσμος που ζει με τρόπο τόσο διαφορετικό από το δικό σου, ε; Όχι, παλιέ μου φίλε, μην ανησυχείς. Εδώ και χρόνια έχω εγκαταλείψει την ελπίδα ότι θα ακολουθήσεις την Οδό. Αλλά άκουσα μια ιστορία μετά την τελευταία φορά που ανταμώσαμε και, αν δεν την έχεις ακούσει, μπορεί να σε ενδιαφέρει. Εμένα μ’ ενδιαφέρει και την άκουσα πολλές φορές, κάθε φορά που συναντούσαμε άλλους του Λαού”.