“Ακούω”.
“Αρχίζει την άνοιξη πριν δυο χρόνια, με μια ομάδα του Λαού που διέσχιζαν την Ερημιά από το βορινό δρόμο”.
Τα μάτια του Πέριν άνοιξαν απότομα. “Την Ερημιά; Την Ερημιά του Άελ; Διέσχιζαν την Ερημιά του Αελ;”
“Μερικοί μπορούν να μπουν στην Ερημιά δίχως να τους πειράξει κανείς”, είπε ο Ιλάυας, “Βάρδοι, πραματευτάδες, αν είναι τίμιοι. Οι Τουάθα’αν συνεχώς διασχίζουν την Ερημιά. Κάποτε την περνούσαν έμποροι της Καιρχίν, πριν το Δένδρο και τον Πόλεμο του Αελ”.
“Οι Αελίτες μας αποφεύγουν”, είπε θλιμμένα ο Ράεν, “αν και πολλοί από μας προσπάθησαν να μιλήσουν μαζί τους. Μας παρακολουθούν από απόσταση, αλλά δεν μας πλησιάζουν, μήτε μας αφήνουν να τους πλησιάσουμε. Μερικές φορές ανησυχώ, μήπως και ξέρουν το τραγούδι, αν και φαντάζομαι πως, μάλλον, είναι απίθανο. Στους Αελίτες, οι άνδρες δεν τραγουδούν, ξέρεις. Δεν είναι παράξενο; Από τη στιγμή που ένα αγόρι των Αελιτών γίνει άνδρας, δεν τραγουδά τίποτα, παρά μόνο ύμνους της μάχης, ή το μοιρολόι που έχουν για τους νεκρούς. Άκουσα να τραγουδούν πάνω από τους νεκρούς τους και πάνω από αυτούς που σκότωσαν. Αυτό το τραγούδι θα ’κανε και τις πέτρες να κλάψουν”. Η Ίλα, που τον άκουγε, συμφώνησε, ενώ έπλεκε.
Ο Πέριν ξανασκέφτηκε μερικά πράγματα στα γρήγορα. Νόμιζε πως οι Μάστορες ήταν συνεχώς φοβισμένοι, έτσι που έλεγαν ότι συνεχώς έτρεχαν για να φύγουν, αλλά κανένας φοβητσιάρης δεν θα σκεφτόταν να περάσει την Ερημιά του Άελ. Απ’ ό,τι είχε ακούσει, κανένας συνετός άνθρωπος δεν θα τολμούσε να περάσει την Ερημιά.
“Αν πας να μου πεις ιστορία για κάνα τραγούδι”, άρχισε να λέει ο Ιλάυας, όμως ο Ράεν κούνησε το κεφάλι του.
“Όχι, παλιέ μου φίλε, αυτή δεν είναι για τραγούδι. Δεν ξέρω για τι είναι”. Κοίταξε τον Πέριν. “Οι νεαροί Αελίτες συχνά ταξιδεύουν στην Ερημιά. Μερικοί από τους νεαρούς πάνε μόνοι, πιστεύοντας, για κάποιο λόγο, ότι κλήθηκαν να σκοτώσουν τον Σκοτεινό. Οι περισσότεροι πηγαίνουν κατά μικρές ομάδες. Για να κυνηγήσουν Τρόλοκ”. Ο Ράεν κούνησε θλιμμένα το κεφάλι του και, όταν συνέχισε, η φωνή του ήταν βαριά. “Πριν δύο χρόνια μια ομάδα του Λαού, που διέσχιζε την Ερημιά εκατό περίπου μίλια νότια της Μάστιγας, βρήκε μια απ’ αυτές τις ομάδες”.
“Κοπέλες”, είπε η Ίλα, θλιμμένη σαν τον σύζυγό της. “Σχεδόν κοριτσάκια”.
Ο Πέριν άφησε έναν ήχο έκπληξης και ο Ιλάυας του χαμογέλασε ειρωνικά.
“Οι κοπέλες των Αελιτών δεν είναι αναγκασμένες να προσέχουν το σπίτι και να μαγειρεύουν, αν δεν θέλουν, αγόρι μου. Όσες θέλουν να γίνουν πολεμίστριες, μπαίνουν σε μια από τις κοινωνίες των πολεμιστών, τις Φαρ Νταρέις Μάι, τις Κόρες του Δόρατος και πολεμούν δίπλα στους άνδρες”.
Ο Πέριν κούνησε το κεφάλι. Ο Ιλάυας γέλασε πνιχτά με την έκφρασή του.
Ο Ράεν συνέχισε την ιστορία και η φωνή του πρόδιδε απέχθεια και σαστισμάρα. Οι κοπέλες ήταν όλες πεθαμένες εκτός από μία, που κι αυτή ξεψυχούσε. Πλησίασε τις άμαξες τους, σερνάμενη στο χώμα. Ήταν φανερό ότι ήξερε ποιοι ήταν οι Τουάθα’αν. Η αηδία της ήταν μεγαλύτερη από τον πόνο της, αλλά είχε ένα μήνυμα, τόσο σημαντικό γι’ την ίδια, που έπρεπε να το μεταφέρει σε κάποιον, ακόμα και σε μας, πριν πεθάνει. Οι άνδρες πήγαν να δουν, αν μπορούσαν να βοηθήσουν τις άλλες —το αίμα της έδειχνε το δρόμο — αλλά ήταν όλες πεθαμένες και είχαν σκοτώσει τους τριπλούς Τρόλοκ”.
Ο Ιλάυας ανακάθισε και η πίπα, παραλίγο, θα του έπεφτε από το στόμα. “Εκατό μίλια βαθιά στην Ερημιά; Αδύνατον! Ντζέβικ Κ’Σαρ, έτσι ονομάζουν την Ερημιά οι Τρόλοκ. Γη Θανάτου. Δεν θα πήγαιναν εκατό μίλια στην Ερημιά, ακόμα κι αν τους οδηγούσαν όλοι οι Μυρντράαλ της Μάστιγας”.
“Ξέρεις πολλά για τους Τρόλοκ, Ιλάυας”, είπε ο Πέριν.
“Συνέχισε την ιστορία σου”, είπε ο Ιλάυας στον Ράεν με τραχιά φωνή.
“Από τα τρόπαια που είχαν οι Αελίτισσες, ήταν φανερό ότι γυρνούσαν από τη Μάστιγα. Οι Τρόλοκ τις είχαν ακολουθήσει, αλλά, όπως έδειχναν τα ίχνη, λίγοι μόνο επέζησαν κι επέστρεψαν αφού σκότωσαν τις Αελίτισσες. Όσο για την κοπέλα, δεν άφηνε κανέναν να την αγγίξει, ούτε ακόμα και για να της περιποιηθεί τις πληγές. Αλλά άρπαξε τον Αναζητητή εκείνης της ομάδας από το παλτό και να τι του είπε, κατά λέξη. “Χαμένε, ο Φυλλοκαύτης θέλει να τυφλώσει τον Οφθαλμό του Κόσμου. Θέλει να σφάξει το Μέγα Ερπετό. Χαμένε, προειδοποίησε το Λαό. Έρχεται ο Τυφλωτής. Πες τους να ετοιμαστούν για Εκείνον Που Έρχεται Με Την Αυγή. Πες τους...” Και τότε πέθανε. Φυλλοκαύτης και Τυφλωτής”, είπε, γυρνώντας προς τον Πέριν, “είναι ονόματα που έχουν δώσει οι Αελίτες στον Σκοτεινό, τα άλλα λόγια της όμως δεν τα καταλαβαίνω. Όμως εκείνη τα θεωρούσε τόσο σημαντικά, που πλησίασε εκείνους που αντιπαθούσε για να τα πει με την τελευταία ανάσα της. Μα για ποιους; Εμείς είμαστε ο Λαός, αλλά δεν νομίζω να το εννοούσε για μας. Για τους Αελίτες; Δεν θα μας άφηναν να τους το πούμε, ακόμα και αν προσπαθούσαμε”. Αφησε ένα βαθύ αναστεναγμό. “Αποκάλεσε εμάς Χαμένους. Πρώτη φορά καταλαβαίνω πόσο μας απεχθάνονται”. Η Ίλα ακούμπησε το πλεχτό της στα γόνατα της και χάιδεψε απαλά τα μαλλιά του.