“Κάτι που έμαθαν στη Μάστιγα”, είπε στοχαστικά ο Ιλάυας. “Αλλά δεν βγαίνει νόημα. Να σφάξει το Μέγα Ερπετό; Να σκοτώσει τον ίδιο το χρόνο; Και να τυφλώσει τον Οφθαλμό του Κόσμου; Σαν να λέμε θα κάνει την πέτρα να πεινάσει. Μπορεί να παραμιλούσε, Ράεν. Ήταν πληγωμένη, πέθαινε, μπορεί να τα είχε χάσει. Μπορεί να μην ήξερε καν ποιοι ήταν εκείνοι οι Τουάθα’αν”.
“Ήξερε τι έλεγε και σε ποιον το έλεγε. Γι’ αυτήν μετρούσε πιο πολύ από τη ζωή της και εμείς δεν μπορούμε καν να το καταλάβουμε. Όταν σε είδα να έρχεσαι, σκέφτηκα πως ίσως θα βρίσκαμε επιτέλους την απάντηση, εφόσον ήσουν” —ο Ιλάυας έκανε μια γοργή κίνηση με το χέρι του και ο Ράεν άλλαξε τα λόγια που θα έλεγε- “είσαι φίλος και ξέρεις πολλά παράξενα πράγματα”.
“Όχι γι’ αυτό”, είπε ο Ιλάυας, με τόνο που έδωσε τέλος στη συζήτηση. Έπεσε σιωπή γύρω από τη φωτιά, που έσπαζε μόνο από τη μουσική και τα γέλια που έρχονταν από τα άλλα σημεία της νυχτωμένης κατασκήνωσης.
Ο Πέριν ξάπλωνε με τους ώμους ακουμπισμένους σε ένα κορμό κοντά στη φωτιά και έσπαζε το νου του να καταλάβει το μήνυμα της Αελίτισσας, αλλά, όπως δεν είχαν βγάλει νόημα ο Ράεν και ο Ιλάυας, δεν έβγαζε ούτε κι αυτός. Ο Οφθαλμός του Κόσμου. Τον είχε δει στα όνειρα του, κάποιες φορές, αλλά δεν ήθελε να σκέφτεται εκείνα τα όνειρα. Ο Ιλάυας, όμως. Ήταν ένα ερώτημα που ο Πέριν ήθελε να μάθει την απάντησή του. Τι θα έλεγε ο Ράεν για τον γενειοφόρο και γιατί τον είχε κόψει ο Ιλάυας; Ούτε και σ’ αυτό είχε τύχη. Προσπαθούσε να φανταστεί πώς ήταν οι Αελίτισσες — πήγαιναν στη Μάστιγα, εκεί που μονάχα Πρόμαχοι έμπαιναν, απ’ όσο ήξερε· πολεμούσαν τους Τρόλοκ. Τότε άκουσε την Εγκουέν, που γύριζε τραγουδώντας.
Σηκώθηκε και πήγε να τη συναντήσει, λίγο πέρα από το φως της φωτιάς. Εκείνη σταμάτησε, τον κοίταξε γέρνοντας το κεφάλι. Στο σκοτάδι δεν φαινόταν η έκφρασή της.
“Πολύ ώρα λείπεις”, της είπε. “Πέρασες καλά;”
“Φάγαμε με τη μητέρα του”, του απάντησε εκείνη. “Και μετά χορέψαμε... και γελάσαμε. Μου φαίνεται σαν να πέρασαν χρόνια από την τελευταία φορά που χόρεψα”.
“Μου θυμίζει τον Γουίλ αλ’Σην. Ήσουν έξυπνη και δεν τον άφησες να σε τυλίξει”.
“Ο Άραμ είναι ευγενικό παιδί και έχει πλάκα”, απάντησε η Εγκουέν με ένταση. “Με κάνει να γελάω”.
Ο Πέριν αναστέναξε. “Συγνώμη. Χαίρομαι που χόρεψες και πέρασες καλά”.
Εκείνη ξαφνικά τον αγκάλιασε, κλαίγοντας, με το πρόσωπο στο πουκάμισό του. Της χάιδεψε αδέξια τα μαλλιά. Ο Ραντ θα ήξερε τι να κάνει, σκέφτηκε. Ο Ραντ ήταν άνετος με τα κορίτσια. Όχι σαν τον Πέριν, που δεν ήξερε τι να πει και τι να κάνει. “Σου είπα συγνώμη, Εγκουέν. Στ’ αλήθεια χαίρομαι που χόρεψες και πέρασες καλά. Στ’ αλήθεια”.
“Πες μου ότι είναι ζωντανοί”, μουρμούρισε, γέρνοντας στο στήθος του.
“Τι;”
Εκείνη έκανε λιγάκι πίσω, πιάνοντας τον ακόμα από τα μπράτσα και τον κοίταξε στο σκοτάδι. “Ο Ραντ και ο Ματ. Οι άλλοι. Πες μου ότι είναι ζωντανοί”.
Εκείνος πήρε μια βαθιά ανάσα και κοίταξε αβέβαια γύρω του. “Είναι ζωντανοί”, είπε στο τέλος.
“Ωραία”. Σκούπισε γοργά τα δάκρια με τα δάχτυλα της. “Αυτό ήθελα να ακούσω. Καληνύχτα, Πέριν. Καλόν ύπνο”. Στάθηκε στις μύτες των ποδιών, τον φίλησε στο μάγουλο και τον προσπέρασε τρέχοντας, πριν αυτός προλάβει να πει λέξη.
Στράφηκε για να την παρακολουθήσει. Η Ίλα σηκώθηκε για να την ανταμώσει και οι δύο γυναίκες μπήκαν στην άμαξα, μιλώντας χαμηλόφωνα. Ο Ραντ ίσως να το καταλάβαινε, σκέφτηκε, εγώ όμως όχι.
Μακριά, μέσα στη νύχτα, οι λύκοι ούρλιαξαν για την πρώτη ακίδα της νέας σελήνης κοντά στον ορίζοντα και ο Πέριν ένιωσε ρίγος. Αύριο θα είχε καιρό για να ανησυχήσει πάλι για τους λύκους. Έκανε λάθος. Περίμεναν να τον χαιρετήσουν στα όνειρά του.
26
Η Ασπρογέφυρα
Όταν, επιτέλους, έσβησε και η τελευταία τρεμάμενη νότα, ο Ματ χαμήλωσε το φλάουτο του Θομ με τις ασημόχρυσες αυλακιές· καταλάβαινε κανείς με αρκετή δυσκολία πως το κομμάτι ήταν το, “Ο Άνεμος που Σείει τις Ιτιές”. Ο Ραντ πήρε τα χέρια από τα αυτιά του. Ένας ναύτης, που τύλιγε ένα σχοινί στο κατάστρωμα εκεί κοντά, άφησε ένα δυνατό στεναγμό ανακούφισης. Για λίγο, οι μόνοι ήχοι που ακούγονταν ήταν το νερό που χτυπούσε το κύτος, το ρυθμικό τρίξιμο των κουπιών και, μερικές φορές, το μουρμούρισμα των ξαρτιών, που τα κουνούσε ο άνεμος, σαν να ήταν χορδές. Ο αέρας φυσούσε κόντρα στην πλώρη του Αφρόνερου και τα άχρηστα πανιά ήταν μαζεμένα.