Выбрать главу

“Μάλλον θα πρέπει να σε ευχαριστήσω”, μουρμούρισε τελικά ο Θομ Μέριλιν, “που μου έμαθες πόσο αληθινό είναι το παλιό ρητό. Όσο και να προσπαθήσει κανείς, το γουρούνι δεν μαθαίνει φλάουτο”. Ο ναύτης ξέσπασε σε γέλια και ο Ματ σήκωσε το φλάουτο, σαν να ήθελε να του το πετάξει. Ο Θομ άρπαξε σβέλτα το όργανο από τη γροθιά του Ματ και το έβαλε στη σκληρή δερμάτινη θήκη του. “Νόμιζα ότι όλοι οι βοσκοί περνούν την ώρα τους στο κοπάδι, παίζοντας αυλό ή φλάουτο. Καλά να πάθω, όταν πιστεύω κάτι που δεν ξέρω από πρώτο χέρι”.

“Ο Ραντ είναι βοσκός”, διαμαρτυρήθηκε ο Ματ. “Αυτός παίζει αυλό, όχι εγώ”.

“Ναι, πράγματι, έχει κάποια ικανότητα. Ίσως πρέπει να ασχοληθούμε με τα μπαλάκια, αγόρι μου. Τουλάχιστον εκεί δείχνεις κάποιο ταλέντο”.

“Θομ”, είπε ο Ραντ, “δεν ξέρω γιατί κουράζεσαι τόσο”. Έριξε μια ματιά στον ναύτη και χαμήλωσε τη φωνή. “Στο κάτω-κάτω, δεν προσπαθούμε να γίνουμε στ’ αλήθεια Βάρδοι. Το κάνουμε μόνο για να κρυφτούμε, μέχρι να βρούμε τη Μουαραίν και τους άλλους”.

Ο Θομ τράβηξε την άκρη του μουστακιού του και φάνηκε να εξετάζει το λείο, σκούρο καφέ δέρμα της θήκης του φλάουτου στα πόδια του. “Κι αν δεν τους βρείτε, μικρέ μου; Δεν ξέρεις καν ότι είναι ζωντανοί”.

“Είναι ζωντανοί”, είπε σταθερά ο Ραντ. Στράφηκε στον Ματ για υποστήριξη, αλλά ο Ματ είχε σμίξει τα φρύδια με δύναμη, το στόμα του ήταν μια λεπτή γραμμή και το βλέμμα του ήταν καρφωμένο στο κατάστρωμα. “Μίλα, ντε”, του είπε ο Ραντ. “Δεν μπορεί να θύμωσες τόσο επειδή δεν μπορείς να παίξεις φλάουτο. Ούτε κι εγώ ξέρω να παίζω καλά- Ποτέ άλλοτε δεν ήθελες να ασχοληθείς με το φλάουτο”.

Ο Ματ σήκωσε το βλέμμα, ακόμα συνοφρυωμένος. “Κι αν είναι πεθαμένοι;” είπε με απαλή φωνή. “Πρέπει να δεχτούμε τα γεγονότα, έτσι δεν είναι;”

Εκείνη τη στιγμή ο σκοπός στο κατάρτι φώναξε, “Η Ασπρογέφυρα! Η Ασπρογέφυρα μπροστά μας!”

Ο Ραντ για ένα ατέλειωτο λεπτό κοίταξε κατάματα τον Ματ, μέσα στην φασαρία των ναυτών που ετοιμάζονταν για να δέσουν. Δεν ήθελε να πιστέψει πως ο Ματ θα έλεγε τέτοιο πράγμα με τόση άνεση. Ο Ματ τον αγριοκοίταξε, με το κεφάλι σκυμμένο ανάμεσα στους ώμους. Ο Ραντ ήθελε να πει τόσα πολλά, αλλά δεν μπορούσε να τα βάλει σε λέξεις. Έπρεπε να πιστεύουν πως οι άλλοι ζούσαν. Έπρεπε. Γιατί; του γκρίνιαξε μια φωνή βαθιά στο μυαλό του. Για να τελειώσουν όλα σαν μια από τις ιστορίες τον Θομ; Οι ήρωες βρίσκουν το θησαυρό και νικούν τον κακό και ζουν ευτυχισμένα; Μερικές ιστορίες δεν τελειώνουν έτσι. Μερικές φορές ακόμα και οι ήρωες πεθαίνουν. Είσαι ήρωας, Ραντ αλ’Θορ; Είσαι ήρωας, βοσκέ;

Ξαφνικά ο Ματ κοκκίνισε και τράβηξε το βλέμμα. Ο Ραντ, ξεφεύγοντας από τις σκέψεις του, πετάχτηκε και πλησίασε την κουπαστή μέσα στην ανακατωσούρα. Ο Ματ τον ακολούθησε αργά, χωρίς να κάνει τον παραμικρό κόπο να αποφύγει τους ναύτες που έτρεχαν μπροστά του.

Οι άνδρες του πληρώματος ορμούσαν δεξιά κι αριστερά στο πλοίο, με τα γυμνά τους πόδια να βροντοχτυπούν στο κατάστρωμα, τραβούσαν σχοινιά, έδεναν κάποια ξάρτια και έλυναν άλλα. Κάποιοι ανέβαζαν δερμάτινους σάκους παραγεμισμένους μαλλί, που κόντευαν να σκάσουν, άλλοι ετοίμαζαν παλαμάρια, χοντρά σαν τον καρπό του Ραντ. Παρά τη φούρια τους, δούλευαν με την αυτοπεποίθηση ανθρώπων που τα έχουν κάνει όλα αυτά χιλιάδες φορές, αλλά ο καπετάνιος Ντόμον πηγαινοερχόταν στο κατάστρωμα, φωνάζοντας διαταγές και βλαστημώντας εκείνους που δεν έκαναν όσο γρήγορα ήθελε.

Η προσοχή του Ραντ ήταν όλη στραμμένη σ’ αυτό που βρισκόταν μπροστά, που εμφανιζόταν μπροστά τους, καθώς έστριβαν μια καμπή του Αρινέλε. Είχε ακούσει γι’ αυτό, σε τραγούδια και παραμύθια και ιστορίες πραματευτάδων, αλλά τώρα θα έβλεπε το θρύλο με τα μάτια του.

Η Άσπρη Γέφυρα πετούσε πάνω από το φαρδύ ποτάμι, διπλή στο ύψος από το κατάρτι του Αφρόνερου, μπορεί και παραπάνω, ενώ από τη μια άκρη ως την άλλη έλαμπε, κάτασπρη σαν γάλα στο φως του ήλιου, μαζεύοντάς μέσα της την ανταύγειά του. Αραχνοΰφαντα υποστυλώματα από το ίδιο υλικό χώνονταν στο δυνατό ρεύμα κι έμοιαζαν πολύ αδύναμα για να κρατήσουν το βάρος και το ύψος της γέφυρας. Έμοιαζε μονοκόμματη, σαν να την είχαν σμιλέψει από μια και μόνο πέτρα, ή να την είχε πλάσει χέρι γίγαντα, πλατιά και ψηλή και δρασκέλιζε το ποτάμι με ανάλαφρη χάρη, που έκανε το μάτι να ξεχνά, σχεδόν, το μέγεθός της. Έκανε την πόλη, που απλωνόταν γύρω από το άκρο της στη δυτική όχθη, να φαντάζει μικρή κι ασήμαντη, παρ’ όλο που η Ασπρογέφυρα ήταν πολύ μεγαλύτερη από το Χωράφι του Έμοντ· είχε σπίτια από πέτρα και τούβλο, μεγάλα σαν του Τάρεν Φέρυ και ξύλινες προβλήτες, σαν λεπτά δάχτυλα που τρυπούσαν το ποτάμι. Πλήθος βαρκούλες γέμιζαν τον Αρινέλε, με ψαράδες που έσερναν δίχτυα. Και πάνω απ’ όλα ορθωνόταν και έλαμπε η Ασπρη Γέφυρα.