“Μοιάζει με γυαλί”, μονολόγησε ο Ραντ.
Ο καπετάνιος Ντόμον κοντοστάθηκε δίπλα του και έχωσε τους αντίχειρες στην πλατιά ζώνη του. “Όχι, παλικάρι μου. Ό,τι κι αν είναι, δεν είναι γυαλί. Ακόμα κι όταν βρέχει με το τουλούμι, δεν γλιστράει. Η πιο γερή σμίλη και το πιο δυνατό χέρι δεν έχουν κάνει σημάδι πάνω της”.
“Απομεινάρι από την Εποχή των Θρύλων”, είπε ο Θομ. “Πάντα αυτό πίστευα”.
Ο καπετάνιος γρύλισε σκυθρωπά. “Μπορεί. Αλλά πάντως χρειαζούμενη. Μπορεί να την έφτιαξαν άλλοι. Δεν χρειάζεται να είναι έργο των Άες Σεντάι, που να με φάει η μοίρα μου. Δεν χρειάζεται να είναι τόσο παλιά. Πιάσ’ το γερά, βλάκα!” Άρχισε να τρέχει.
Ο Ραντ την κοίταξε μ’ ακόμα περισσότερο θαυμασμό. Από την Εποχή των Θρύλων. Άρα την είχαν κάνει οι Άες Σεντάι. Γι’ αυτό ένιωθε έτσι ο καπετάνιος Ντόμον, παρά τα όσα έλεγε για τα θαύματα και τα παράξενα του κόσμου. Έργο των Άες Σεντάι. Άλλο να το ακούς, άλλο να το βλέπεις και να το αγγίζεις. Το ξέρεις αυτό, ε; Για μια στιγμή, του φάνηκε ότι μια σκιά κυμάτισε μέσα στην άσπρη σαν το γάλα κατασκευή. Πήρε το βλέμμα αλλού, κοίταξε τις προβλήτες που πλησίαζαν, αλλά η γέφυρα ακόμα ορθωνόταν στην άκρη του ματιού του.
“Τα καταφέραμε, Θομ”, είπε, ύστερα βίασε τον εαυτό του να γελάσει. “Και χωρίς ανταρσία”.
Ο Βάρδος απλώς γρύλισε και φύσηξε το μουστάκι του, αλλά δύο ναύτες, που ετοίμαζαν ένα καλώδιο εκεί κοντά, αγριοκοίταξαν τον Ραντ και ξανάσκυψαν βιαστικά στη δουλειά τους. Εκείνος έκοψε το γέλιο και προσπάθησε να μην τους ξανακοιτάξει, ενώ το πλοίο έφτανε στην Ασπρογέφυρα.
Το Αφρόνερο ήρθε στριφτά, με μια γαλήνια κίνηση, στην πρώτη προβλήτα, που τα χοντρά καδρόνια της στηρίζονταν σε βαριούς, πισσωμένους πάσσαλους και ακινητοποιήθηκε με μια ανάποδη κίνηση των κουπιών, που έκανε το νερό να αφρίσει γύρω από τις παλάμες τους. Οι κωπηλάτες τα τράβηξαν μέσα και οι ναύτες έριξαν καλώδια στους εργάτες της προκυμαίας, που τα έδεσαν με περίτεχνες κινήσεις, ενώ άλλοι ναύτες έριξαν τους σάκους με το μαλλί στο πλάι, για να μην κάνουν ζημιά οι πάσσαλοι στο σκαρί.
Πριν καν το πλοίο έρθει στα ίσα και δέσει στην προβλήτα, άμαξες φάνηκαν στην άκρη της. Ήταν ψηλές και βερνικωμένες με μαύρο χρώμα που άστραφτε και καθεμιά είχε ένα όνομα γραμμένο στην πόρτα με μεγάλα γράμματα, με χρυσή ή ασημένια μπογιά. Οι επιβάτες των αμαξών ανέβηκαν τρέχοντας μόλις έπεσε η σανιδόσκαλα· ήταν άνδρες με λεία, καθαρά πρόσωπα, που φορούσαν μακριά βελούδινα παλτά και μανδύες με μεταξωτή φόδρα και τον καθένα τους ακολουθούσε ένας απλά ντυμένος υπηρέτης, κουβαλώντας ένα κουτί για χρήματα με σιδερένια δεσίματα.
Πλησίασαν τον καπετάνιο Ντόμον με προσποιητά χαμόγελα, που χάθηκαν, όταν ξαφνικά βρυχήθηκε μπροστά τους. “Εσύ!” Έδειξε μ’ ένα χοντρό δάχτυλο πιο πέρα, σταματώντας επιτόπου τον Φλόραν Γκελμπ. Η μελανάδα, που είχε αφήσει η μπότα του Ραντ στο μέτωπο του Γκελμπ, είχε ξεθωριάσει, αλλά εκείνος ακόμα άγγιζε πού και πού το σημείο για να το θυμάται. “Τελευταία φορά που κοιμήθηκες στη σκοπιά στο πλοίο μου! Και σε κάθε πλοίο, αν μου πέφτει λόγος. Διάλεξε από πού θα κατέβεις ―από τη μεριά της αποβάθρας, ή του ποταμού― αλλά φύγε από το πλοίο μου, τώρα!”
Ο Γκελμπ σήκωσε τους ώμους και τα μάτια του, αστράφτοντας με μίσος, κοίταξαν τον Ραντ και τους φίλους του, ειδικά τον Ραντ, με ένα βλέμμα φαρμακερό. Ο νευρώδης άνδρας κοίταξε ολόγυρά του για να βρει υποστήριξη, αλλά το πρόσωπό του δεν έδειχνε ελπίδα. Ένας-ένας, όλοι οι άνδρες του πληρώματος άφησαν τη δουλειά τους και σηκώθηκαν, αντιγυρίζοντάς του ψυχρά το βλέμμα. Του Γκελμπ του κόπηκαν τα γόνατα, αλλά μετά τους ξανακοίταξε, δυο φορές πιο άγρια απ’ όσο πριν. Μουρμούρισε μια βλαστήμια και όρμησε κάτω, στα καταλύματα του πληρώματος. Ο Ντόμον έστειλε δυο άνδρες στο κατόπι του για να μην κάνει καμιά βρομοδουλειά και τον αποχαιρέτησε μ’ ένα γρύλισμα. Όταν ο καπετάνιος στράφηκε πάλι σ’ αυτούς, οι έμποροι συνέχισαν τα χαμόγελα και τις υποκλίσεις, σαν να μην τους είχε διακόψει.
Με μια λέξη του Θομ, ο Ματ και ο Ραντ μάζεψαν τα υπάρχοντά τους. Κανείς τους δεν είχε πολλά, εκτός από τα ρούχα που φορούσε. Ο Ραντ είχε την κουβέρτα, τα σακίδια της σέλας και το σπαθί του πατέρα του. Κράτησε το σπαθί του για μια στιγμή και τον κατέκλυσε η νοσταλγία, με τόση δύναμη που τα μάτια του έτσουξαν. Αναρωτήθηκε αν θα έβλεπε ποτέ τον Ταμ. Ή το σπίτι του, ίσως; Σπίτι. Όλη σον τη ζωή θα τρέχεις, θα τρέχεις και θα φοβάσαι τα ίδια σον
τα όνειρα. Αναστέναξε σύγκορμος και πέρασε τη ζώνη στη μέση του, πάνω από το παλτό του.
Ο Γκελμπ ξανανέβηκε στο κατάστρωμα, ακολουθούμενος από τις δύο σκιές του. Κοίταζε ευθεία μπροστά του, αλλά ο Ραντ πάλι ένιωθε το μίσος του να βγαίνει σαν κύματα. Με τη ράχη αλύγιστη και το πρόσωπο βλοσυρό, ο Γκελμπ κατέβηκε τη σανιδόσκαλα και χώθηκε στο αραιό πλήθος του μόλου, σπρώχνοντας τον κόσμο. Σ’ ένα λεπτό είχε χαθεί από το βλέμμα του πίσω από τις άμαξες των εμπόρων.