Δεν υπήρχαν πολλοί άνθρωποι στο μόλο κι αυτοί οι λίγοι ήταν απλά ντυμένοι εργάτες, ψαράδες που μπάλωναν δίχτυα και μερικοί κάτοικοι της πόλης, που είχαν έρθει για να δουν το πρώτο πλοίο της χρονιάς, που είχε κατέβει από τη Σαλδαία. Υπήρχαν κοπέλες, αλλά καμιά δεν ήταν η Εγκουέν και πουθενά δεν φαινόταν η Μουαραίν, ο Λαν, ή κάποιος απ’ αυτούς που πρόσμενε ο Ραντ.
“Μπορεί να μην κατέβηκαν στο μόλο”, είπε.
“Μπορεί”, απάντησε κοφτά ο Θομ. Σήκωσε στη ράχη τις θήκες των οργάνων του με προσοχή. “Εσείς οι δύο να έχετε το νου σας για τον Γκελμπ. Θα κάνει φασαρία, αν μπορέσει. Θέλουμε να περάσουμε από την Ασπρογέφυρα τόσο ήσυχα, που όταν θα φύγουμε, πέντε λεπτά αργότερα να μην μας θυμάται κανένας”.
Οι μανδύες τους ανέμιζαν στον αέρα, καθώς προχωρούσαν προς τη σανιδόσκαλα. Ο Ματ είχε το τόξο περασμένο διαγώνια στο στήθος του. Ακόμα και μετά τις μέρες που είχαν περάσει στο πλοίο, μερικοί ναύτες το κοίταξαν πάλι· τα δικά τους τόξα ήταν κοντά.
Ο καπετάνιος Ντόμον άφησε τους εμπόρους για να βρει τον Θομ στη σανιδόσκαλα.
“Με αφήνεις τώρα, Βάρδε; Δεν αλλάζεις γνώμη; Τραβάω για το Ίλιαν, όπου ο κόσμος τιμά και σέβεται τους Βάρδους. Δεν υπάρχει καλύτερο μέρος στον κόσμο για την τέχνη σου. Θα φτάσουμε πριν τη Γιορτή του Σέφαν. Οι διαγωνισμοί, ξέρεις. Εκατό χρυσά μάρκα σε όποιον εξιστορήσει καλύτερα το Μεγάλο Κυνήγι τον Κέρατος”,
“Σπουδαίο βραβείο, καπετάνιε”, απάντησε ο Θομ, υποκλινόμενος μεγαλοπρεπώς και ανεμίζοντας περίτεχνα το μανδύα του, με τρόπο που έκανε τα μπαλώματα να πεταρίσουν, “και σπουδαίοι αγώνες, που δικαίως παρασύρουν τραγουδιστές απ’ ολόκληρο τον κόσμο. Αλλά”, πρόσθεσε ξερά, “φοβάμαι πως η τσέπη μας δεν αντέχει τις τιμές που ζητάς”.
“Α, ναι, τώρα που το λες...” Ο καπετάνιος έβγαλε ένα δερμάτινο πουγκί από την τσέπη του παλτού του και το πέταξε στον Θομ. Το πουγκί κουδούνισε, όταν εκείνος το έπιασε. “Τα ναύλα πίσω και κάτι ακόμα. Η ζημιά δεν ήταν τόσο μεγάλη όσο νόμιζα και δούλεψες με το παραπάνω για τα ναύλα σου, με τις ιστορίες και την άρπα σου. Ίσως μπορέσω να σου δώσω άλλα τόσα, αν μείνεις στο πλοίο ως τη Θάλασσα των Καταιγίδων. Και μπορώ να σε κατεβάσω στο Ίλιαν. Εκεί ένας καλός Βάρδος μπορεί να κάνει την τύχη του, ακόμα και χωρίς τους αγώνες”.
Ο Θομ κοντοστάθηκε, ζυγίζοντας το πουγκί στην παλάμη του, αλλά μίλησε ο Ραντ. “Θα συναντήσουμε φίλους εδώ πέρα, καπετάνιε, και θα πάμε μαζί στο Κάεμλυν. Θα δούμε άλλοτε το Ίλιαν”.
Ο Θομ στράβωσε το στόμα του πικρόχολα, ύστερα φύσηξε τα μακριά μουστάκια του και έχωσε το πουγκί στην τσέπη του. “Ίσως, αν οι άνθρωποι που θα συναντήσουμε δεν είναι εδώ, καπετάνιε”.
“Εντάξει”, είπε ξινά ο Ντόμον. “Σκέψου το. Κρίμα που δεν μπορώ να κρατήσω τον Γκελμπ στο πλοίο για να βγάζουν οι άλλοι το θυμό τους πάνω του, όμως ό,τι λέω το κάνω. Μάλλον θα πρέπει να τους έχω πιο λάσκα τώρα, έστω κι αν κάνουμε τριπλάσιο χρόνο από το κανονικό για να φτάσουμε στο Ίλιαν. Τέλος πάντων, μπορεί εκείνοι οι Τρόλοκ στ’ αλήθεια να κυνηγούσαν εσάς τους τρεις”,
Ο Ραντ ανοιγόκλεισε τα μάτια, αλλά έμεινε σιωπηλός, όμως ο Ματ δεν έδειξε την ίδια προσοχή.
“Γιατί νομίζεις πως δεν μας κυνηγούσαν;” ζήτησε να μάθει. “Ήθελαν τον ίδιο θησαυρό που ψάχναμε κι εμείς”.
“Μπορεί”, είπε ο καπετάνιος, χωρίς να δείχνει ότι είχε πειστεί. Πέρασε τα χοντρά του δάχτυλα μέσα από τη γενειάδα του, έπειτα έδειξε την τσέπη, στην οποία είχε βάλει το πουγκί ο Θομ. “Τα διπλά απ’ αυτά αν έρθεις, για να ξεοκάνε οι άνδρες από τη σκληρή δουλειά. Σκέψου το. Σαλπάρω με το πρώτο φως της αυγής”. Έστριψε ακαριαία και ξαναπήγε στους εμπόρους απλώνοντας τα χέρια, καθώς ζητούσε συγνώμη που τους καθυστερούσε.
Ο Θομ ακόμα δίσταζε, ο Ραντ όμως τον έσπρωξε στη σανιδόσκαλα, χωρίς να του δώσει ευκαιρία για αντιρρήσεις και ο Βάρδος αφέθηκε να τον οδηγήσει. Ένα μουρμουρητό διέτρεξε τον κόσμο στην αποβάθρα, όταν είδαν το μπαλωμένο μανδύα του Θομ και μερικοί ρώτησαν να μάθουν πού θα έπαιζε. Σιγά που θα περνούσαμε απαρατήρητοι, σκέφτηκε ο Ραντ με απελπισία. Ως το ηλιοβασίλεμα όλη η Ασπρογέφυρα θα μάθαινε ότι είχε έρθει Βάρδος στην πόλη. Βίασε τον Θομ να πάει πιο γρήγορα και εκείνος, βυθισμένος στη σιωπή και την κατήφεια, δεν προσπάθησε καν να σταματήσει για να απολαύσει την προσοχή του πλήθους.
Οι οδηγοί των αμαξών κοίταξαν τον Θομ με ενδιαφέρον από τα ψηλά καθίσματά τους, προφανώς, όμως, η αξιοπρέπεια της θέσης τους δεν τους επέτρεπε να κραυγάσουν. Ο Ραντ, μην έχοντας ιδέα πού θα πήγαιναν, έστριψε στο δρόμο που ακολουθούσε το ποτάμι και περνούσε κάτω από τη γέφυρα.