Выбрать главу

“Πρέπει να βρούμε τη Μουαραίν και τους άλλους”, είπε. “Και γρήγορα. Έπρεπε να είχαμε σκεφτεί να αλλάξουμε το μανδύα του Θομ.”.

Ο Θομ ξαφνικά τινάχτηκε και σταμάτησε απότομα. “Κάποιος πανδοχέας θα μπορούσε να μας πει αν είναι εδώ, ή αν πέρασαν από την πόλη. Ο σωστός πανδοχέας. Αυτοί ξέρουν όλα τα νέα και τα κουτσομπολιά. Αν δεν είναι εδώ...” Το βλέμμα του ταξίδεψε από τον Ραντ στον Ματ και αντιστρόφως. “Εμείς οι τρεις πρέπει να μιλήσουμε”. Ξεκίνησε με κατεύθυνση προς την πόλη, με τον μανδύα του να ανεμίζει γύρω από τους αστραγάλους του, φεύγοντας από το ποτάμι. Ο Ραντ και ο Ματ αναγκάστηκαν να ανοίξουν το βήμα για να τον προλάβουν.

Η πλατιά, κατάλευκη αψίδα, που έδινε στην πόλη το όνομά της, δέσποζε πάνω από την Ασπρογέφυρα, τόσο από μακριά όσο και από κοντά, αλλά από τη στιγμή που ο Ραντ βρέθηκε στους δρόμους, συνειδητοποίησε ότι η πόλη ήταν εξίσου μεγάλη με το Μπάερλον, αν και δεν είχε τόση κοσμοσυρροή. Στους δρόμους περνούσαν μερικά κάρα, που τα έσερνε άλογο ή βόδι, ή γαϊδούρι, ή άνθρωπος, αλλά δεν υπήρχαν άμαξες. Αυτές, μάλλον, ανήκαν όλες στους εμπόρους και είχαν μαζευτεί στην αποβάθρα.

Μαγαζιά κάθε λογής γέμιζαν τους δρόμους και πολλοί από τους ιδιοκτήτες δούλευαν μπροστά στα καταστήματά τους, κάτω από τις πινακίδες που τις κουνούσε ο αέρας. Οι δύο νεαροί πέρασαν μπροστά από έναν άνδρα που γάνωνε κατσαρόλες και έναν ράφτη, που είχε βγάλει ένα τόπι ύφασμα στο φως για να το δει ο πελάτης. Ένας παπουτσής, που καθόταν στην πόρτα του, χτυπούσε με το σφυρί τη φτέρνα μιας μπότας. Πλανόδιοι διαλαλούσαν ότι ακόνιζαν μαχαίρια και ψαλίδια, ή προσπαθούσαν να κινήσουν το ενδιαφέρον των περαστικών για τα φρούτα και τα λαχανικά που είχαν στους λερωμένους δίσκους τους, αλλά η ανταπόκριση πάντα ήταν μικρή. Τα καταστήματα που πουλούσαν τρόφιμα είχαν την ίδια θλιβερή όψη που θυμόταν ο Ραντ από το Μπάερλον. Ακόμα και οι ιχθυοπώλες είχαν να δείξουν μονάχα μικρούς σωρούς από ψαράκια, παρά τις τόσες βάρκες στο ποτάμι. Οι καιροί ακόμα δεν ήταν δύσκολοι, όμως όλοι καταλάβαιναν τι τους περίμενε, αν ο καιρός δεν άλλαζε σύντομα και τα πρόσωπα που δεν είχαν τα φρύδια σμιγμένα με ανησυχία έμοιαζαν να ατενίζουν κάτι αθέατο, κάτι δυσάρεστο.

Εκεί που κατέληγε η Ασπρογέφυρα, στο κέντρο της πόλης, υπήρχε μια μεγάλη πλατεία, με πέτρες που τις είχαν φθείρει γενιές ολόκληρες από πόδια και τροχούς αμαξών. Υπήρχαν πανδοχεία σ’ όλη την πλατεία και μαγαζιά και ψηλά σπίτια από κόκκινα τούβλα, με πινακίδες με τα ίδια ονόματα που είχε δει ο Ραντ στις άμαξες της αποβάθρας. Ο Θομ χώθηκε σ’ ένα απ’ αυτά τα πανδοχεία, διαλέγοντάς το, φαινομενικά, στην τύχη. Η πινακίδα πάνω από την πόρτα, που σάλευε στον αέρα, έδειχνε στη μια μεριά έναν άνδρα, που περπατούσε με ένα μπόγο στην πλάτη, στην άλλη μεριά τον ίδιο άνδρα με το κεφάλι σε μαξιλάρι και ανήγγειλε Το Ξαπόσταμα του Στρατοκόπου.

Η κοινή αίθουσα ήταν άδεια, με μόνη εξαίρεση τον χοντρό πανδοχέα, που έβγαζε μπύρα από ένα βαρέλι και δύο άνδρες με τραχιά εργατικά ρούχα σε ένα τραπέζι στο βάθος, που κοίταζαν σκυθρωπά τα ποτήρια τους. Μόνο ο πανδοχέας σήκωσε το βλέμμα, όταν μπήκαν. Ένας τοίχος, που έφτανε σε ύψος ώμου, χώριζε τη αίθουσα στα δύο, μπρος και πίσω, με τραπέζια και τζάκια που μούγκριζαν και στις δύο πλευρές. Ο Ραντ αναρωτήθηκε αφηρημένα, αν όλοι οι πανδοχείς ήταν χοντροί και έχαναν τα μαλλιά τους.

Ο Θομ έτριψε τα χέρια ζωηρά και σχολίασε το όψιμο κρύο στον πανδοχέα που πλησίασε, παράγγειλε καυτό κρασί με καρυκεύματα, ύστερα πρόσθεσε χαμηλόφωνα, “Υπάρχει μέρος για να μιλήσουμε εγώ και οι φίλοι μου χωρίς να μας ενοχλούν;”

Ο πανδοχέας έδειξε με μια κίνηση του κεφαλιού το χαμηλό τοίχο. “Το μόνο που έχω είναι η άλλη μεριά, εκτός αν θέλετε να πάρετε δωμάτιο. Για τους ναύτες που έρχονται από το ποτάμι. Απ’ ό,τι φαίνεται, οι μισοί του πληρώματος έχουν έχθρα με τους άλλους μισούς. Δεν θέλω να μου διαλύσουν το μαγαζί με τους καυγάδες τους, γι’ αυτό τους κρατώ χωριστά”. Όσο μιλούσε, κοίταζε το μανδύα του Θομ και τώρα έγειρε το κεφάλι με ένα πονηρό βλέμμα. “Θα μείνεις; Καιρό έχει να έρθει Βάρδος. Ο κόσμος θα πληρώσει καλά λεφτά για να ξαλαφρώσει λιγάκι. Θα σου κόψω κάτι από το λογαριασμό για το δωμάτιο και το φαγητό σου”.

Απαρατήρητοι, σκέφτηκε δύσθυμα ο Ραντ.

“Είσαι πολύ γενναιόδωρος”, είπε ο Θομ, με μια κομψή υπόκλιση. “Ίσως δεχτώ την προσφορά σου. Προς το παρόν, όμως, θέλουμε να μείνουμε μόνοι”.

“Θα φέρω το κρασί σας. Έχει καλά λεφτά εδώ για τους Βάρδους”.

Τα τραπέζια στην άλλη πλευρά του τοίχου ήταν άδεια, αλλά ο Θομ διάλεξε ένα που ήταν ακριβώς στη μέση του χώρου. “Για να μην στήσει αυτί κανείς χωρίς να τον καταλάβουμε”, τους εξήγησε. “Τον ακούσατε αυτόν; Θα κόψει κάτι από το λογαριασμό. Μα, εγώ και μόνο με το να κάθομαι εδώ θα του φέρω διπλή πελατεία. Ο έντιμος πανδοχέας δίνει στον Βάρδο στέγη και φαγητό και βάζει και κάτι από πάνω”.