Το γυμνό τραπέζι δεν ήταν πολύ καθαρό και το πάτωμα είχαν μέρες να το σκουπίσουν, αν όχι βδομάδες. Ο Ραντ κοίταξε γύρω του κι έκανε μια γκριμάτσα. Ο αφέντης αλ’Βερ δεν θα άφηνε το πανδοχείο του να βρωμίσει τόσο, ακόμα και αν χρειαζόταν να σηκωθεί άρρωστος από το κρεβάτι για να το φροντίσει. “Το μόνο που θέλουμε είναι μερικές πληροφορίες. Το θυμάσαι;”
“Γιατί εδώ;” ζήτησε να μάθει ο Ματ. “Περάσαμε άλλα πανδοχεία, που φαίνονταν πιο καθαρά”.
“Ευθεία από τη γέφυρα”, είπε ο Θομ, “είναι ο δρόμος για το Κάεμλυν. Όποιος περνάει από την Ασπρογέφυρα έρχεται από αυτή την πλατεία, εκτός αν πάει από το ποτάμι και ξέρουμε ότι οι φίλοι σας δεν πήγαν από κει. Αν δεν μάθουμε τίποτα γι’ αυτούς εδώ, τότε δεν υπάρχει τίποτα. Αφήστε εμένα να μιλήσω. Θέλει προσοχή”.
Τότε εμφανίστηκε ο πανδοχέας, κρατώντας στο ένα χέρι τρία χτυπημένα κασσιτερένια ποτήρια από τη λαβή. Ο χοντρός τίναξε μια πετσέτα προς το τραπέζι, δήθεν ότι σκούπιζε, άφησε τα ποτήρια και πήρε τα λεφτά του Θομ. “Αν μείνεις, δεν θα πληρώνεις το ποτό σου. Έχουμε καλό κρασί”.
Το χαμόγελο του Θομ δεν έφτασε ως τα μάτια του. “Θα το σκεφτώ, πανδοχέα. Τι νέα υπάρχουν; Λείπαμε και δεν ακούσαμε τίποτα”.
“Μεγάλα νέα, να τι. Μεγάλα νέα”.
Ο πανδοχέας έριξε την πετσέτα στον ώμο του και πήρε μια καρέκλα. Σταύρωσε τα χέρια του και τα στήριξε στο τραπέζι, βολεύτηκε αναστενάζοντας βαθιά και είπε τι ανακούφιση ένιωθε, που, επιτέλους, καθόταν να ξεκουράσει τα πόδια του. Το όνομά του ήταν Μπάρτιμ και άρχισε να μιλά για τα πόδια του με λεπτομέρειες, για τους κάλους και τα πρηξίματα και τις τόσες ώρες ορθοστασία και τι χρησιμοποιούσε για να τα βάλει να μουλιάσουν, ώσπου ο Θομ ξαναρώτησε για τα νέα και τότε ο πανδοχέας άρχισε να τους λέει, χωρίς να πάψει να μιλά σχεδόν καθόλου.
Τα νέα ήταν μεγάλα, όπως είχε πει. Ο Λογκαίν, ο ψεύτικος Δράκοντας, είχε συλληφθεί μετά από μια μεγάλη μάχη κοντά στο Λάγκαρντ, καθώς προσπαθούσε να μετακινήσει το στρατό του από την Γκεάλνταν στο Δάκρυ. Για τις Προφητείες, αν ήξεραν; Ο Θομ ένευσε και ο Μπάρτιμ συνέχισε. Οι δρόμοι στα νότια ήταν γεμάτοι κόσμο και οι τυχεροί ήταν εκείνοι που κουβαλούσαν κάποια υπάρχοντά τους στους ώμους τους. Χιλιάδες, που το έσκαγαν προς κάθε κατεύθυνση.
“Κανένας, φυσικά” ―ο Μπάρτιμ χασκογέλασε ειρωνικά- “δεν είχε πάρει το μέρος του Λογκαίν. Α, όχι, δεν θα βρείτε πολλούς να παραδέχονται κάτι τέτοιο τώρα. “Όλοι είναι πρόσφυγες, που προσπαθούν να βρουν ασφαλές μέρος από τις φασαρίες”.
Φυσικά, για να συλληφθεί ο Λογκαίν είχαν αναμιχθεί οι Άες Σεντάι. Ο Μπάρτιμ έφτυσε στο πάτωμα λέγοντάς το και ξανάφτυσε, όταν είπε ότι πήγαιναν τον ψεύτικο Δράκοντα βόρεια, στην Ταρ Βάλον. Ο Μπάρτιμ ήταν αξιοπρεπής άνθρωπος, είπε, ευυπόληπτος και, αν όλες οι Άες Σεντάι γύρναγαν στη Μάστιγα απ’ όπου είχαν έρθει και έπαιρναν την Ταρ Βάλον μαζί τους, αυτουνού δεν θα του καιγόταν καρφάκι. Αν ήταν στο χέρι του, δεν θα πλησίαζε καν μια Άες Σεντάι. Βεβαίως, είχε ακούσει ότι σταματούσαν σε όλα τα χωριά και τις πόλεις στο δρόμο τους προς το βορρά για να επιδείξουν τον Λογκαίν. Για να δείξουν σ’ όλους ότι ο ψεύτικος Δράκοντας είχε συλληφθεί και ο κόσμος ήταν πάλι ασφαλής. Θα του άρεσε να το δει, ακόμα κι αν έπρεπε να πλησιάσει Άες Σεντάι. Ένιωθε τον πειρασμό να πάει στο Κάεμλυν.
“Θα τον πάνε εκεί για να τον δείξουν στη Βασίλισσα Μοργκέιζ”. Ο πανδοχέας άγγιξε το μέτωπό του με σεβασμό. “Ποτέ δεν έχω δει τη Βασίλισσα. Πρέπει να ’χει δα κανείς τη Βασίλισσά του, δεν συμφωνείς;”
Ο Λογκαίν μπορούσε να κάνει “πράγματα” και από τον τρόπο που έπαιξαν τα μάτια του Μπάρτιμ και η γλώσσα του έγλειψε τα χείλη του, ήταν σαφές αυτό που εννοούσε. Είχε δει τον τελευταίο ψεύτικο Δράκοντα, πριν δυο χρόνια, όταν τον γυρνούσαν στα χωριά, αλλά εκείνος ήταν άλλος ένας απ’ αυτούς που νομίζουν πως μπορούν να γίνουν βασιλιάδες. Εκείνη τη φορά δεν είχαν χρειαστεί Άες Σεντάι. Οι στρατιώτες τον είχαν αλυσοδεμένο σ’ ένα κάρο. Ένας μελαγχολικός τύπος, που βογκούσε στην καρότσα του κάρου και σκέπαζε το κεφάλι με τα χέρια, όταν του πετούσαν πέτρες, ή τον τρυπούσαν με ραβδιά. Αυτό το έκαναν πολλοί και οι στρατιώτες δεν τους εμπόδιζαν, όσο δεν τον σκότωναν. Ήταν καλύτερο να δει ο κόσμος ότι εκείνος ο άνθρωπος δεν ήταν τίποτα ξεχωριστό. Δεν μπορούσε να κάνει “πράγματα”. Αυτός ο Λογκαίν όμως θα ήταν μεγάλο θέαμα. Ο Μπάρτιμ θα είχε να το λέει στα εγγόνια του. Αρκεί να κατάφερνε να ξεφύγει από το πανδοχείο.